Γενικά


Η βερικοκιά (καϊσιά, χρυσομηλιά – Κύπρος) ανήκει στη ίδια οικογένεια Rosaceae με τη ροδακινιά, αμυγδαλιά, κερασιά, δαμασκηνιά και βυσσινιά. Υπάρχουν 8 είδη βερικοκιάς. Το είδος που έχει δώσει τις περισσότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι το P. armeniaca L.. Το ευρύ γενετικό υλικό βερικοκιάς που υπάρχει (πολλά είδη) δίνει στους βελτιωτές πλούσιο μητρικό υλικό για διασταυρώσεις με διαφορετικές ιδιότητες. 

Η βερικοκιά ως είδος διαθέτει πλαστικότητα καθώς είναι ικανή να αναπτύσσεται και να παράγει καρπούς κάτω από δύσκολες συνθήκες περιβάλλοντος όπως η Σαχάρα (έρημος) και ο Καναδάς (πολύ κρύο). Από την άλλη μεριά, οι ποικιλίες βερικοκιάς διαθέτουν σύντομο κύκλο αναπαραγωγής. Η καταγωγή της είναι  από την Κεντρική Ασία, όπου λόγω της εύκρατης ζώνης καλλιεργείται με ελάχιστη φροντίδα.

Οι εδώδιμοι σπόροι της και η παραγωγή του σπορέλαιου είναι δύο από τους βασικούς λόγους καλλιέργειας της σε μερικές περιοχές. Η βερικοκιά είναι αρκετά ανθεκτική στην ξηρασία, καθώς αναπτύσσεται και ευημερεί σε περιοχές με χαμηλή ατμοσφαιρική υγρασία, αλλά είναι ευαίσθητη σε περιπτώσεις με έλλειψη εδαφικής υγρασίας. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Τουρκία είναι τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες παράγουν σημαντική ποσότητα βερίκοκων. 


Στην Ελλάδα


Η καλλιέργεια της βερικοκιάς συναντάται κυρίως στην Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία. Συγκεκριμένα, οι νομοί: Εύβοιας, Αργολίδας, Ηλείας, Κορινθίας, Μεσσηνίας, Μαγνησίας, Χαλκιδικής και Ηρακλείου. 

Η παραγωγή των βερίκοκων δεν παραμένει σταθερή και επηρεάζεται αρκετά από τις ετήσιες κλιματικές συνθήκες και ιδιαίτερα από τους ανοιξιάτικους παγετούς. Εξαγωγή βερίκοκων γίνεται κυρίως σε χώρες της Ευρώπης αλλά τα τελευταία χρόνια υπάρχει σημαντική μείωση. 


Βοτανικά χαρακτηριστικά


Η βερικοκιά φτάνει σε ύψος τα 6-7μ., είναι φυλλοβόλο δέντρο κυρίως της εύκρατης ζώνης, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί και σε περιοχές εκτός της συγκεκριμένης. Είναι ανθεκτική στις χαμηλές θερμοκρασίες αλλά δεν καρποφορεί σε περιοχές με ψυχρή άνοιξη λόγω των παγετών. Διατηρείται στη ζωή αρκετά χρόνια, έχει μακρείς βλαστούς που χαρακτηρίζονται από φλοιό καφέ-κοκκινωπό χρώματος, φέρει οφθαλμούς οξύληκτους, φύλλα λεπτά, στρογγυλά και μεγάλα που διαπνέουν έντονα, καρποφορεί σε ροζέτες, λεπτοκλάδια και μεικτούς βλαστούς. Η ανθοφορία της λαμβάνει χώρα νωρίς - νωρίτερα από της ροδακινιάς, Φεβρουάριο-Μάρτιο, και συχνά υφίσταται ζημία από τους ανοιξιάτικους παγετούς. 

Οι δρύπες της έχουν χρυσοκίτρινο χρώμα, με ή χωρίς επίχρωμα και σχετικά μεγάλο και λείο πυρήνα. Το σπέρμα μπορεί να είναι είτε γλυκό είτε πικρό - εξαρτάται από την ποικιλία. Οι ποικιλίες είναι αυτογόνιμες ή αυτόστειρες και ο καρπός χρησιμοποιείται κυρίως νωπός για παρασκευή κομπόστας ή για αποξήρανση.
 

Ποικιλίες


Οι περισσότερες ποικιλίες βερικοκιάς προέρχονται από το είδος Prunus armeniaca L.. Την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει σοβαρές μεταβολές στην καλλιέργεια της βερικοκιάς που οφείλονται στη δημιουργία και στην εισαγωγή πολλών νέων ποικιλιών, από τις οποίες πολλές είναι αυτόστειρες, η ωρίμανση των καρπών τους γίνεται από το μήνα Μάιο έως τα τέλη Αυγούστου και μερικές είναι ανθεκτικές στην ίωση Sharka.

Επίσης, ο καρπός μερικών ποικιλιών αποκτά ερυθρό επίχρωμα σε ποικίλο βαθμό έντασης - από λίγο έως πάρα πολύ. Στις περιοχές της Ελλάδας όπου παράγονται αρκετά βερίκοκα (Άργος, Κορινθία, Χαλκιδική) καλλιεργούνται οι ελληνικές ποικιλίες: Υπερπρώιμο Πόρου, Πρώιμο Τυρίνθου ή Επιδαύρου, Μπεμπέκου, Διαμαντοπούλου, Χασιώτικο ή «Harcot» και μερικές άλλες σε μικρότερη έκταση. Η διάρθρωση των ποικιλιών βερικοκιάς στην Ελλάδα, στηρίζεται κυρίως στην ποικιλία Μπεμπέκου, η οποία καλύπτει τη μεγαλύτερη έκταση και συμμετέχει με ποσοστό περίπου 80% στη συνολική παραγωγή βερίκοκων.

Η ίδια ποικιλία τροφοδοτεί και τις βιομηχανίες μεταποίησης. Τα τελευταία χρόνια, η καλλιέργεια της βερικοκιάς επεκτείνεται και σε μη παραδοσιακές περιοχές (Μακεδονία, Θεσσαλία, Θράκη) και στους νέους οπωρώνες που εγκαθίστανται συνήθως εφαρμόζεται η πυκνή φύτευση (4x1,5-3) με διαμόρφωση της κόμης σε μονόκορμο ατρακτοειδές ή και κύπελλο. Οι ποικιλίες που φυτεύονται διαφέρουν ανάλογα την περιοχή και τον παραγωγό. 

Κάποιες από τις ποικιλίες που φυτεύονται είναι οι: Bora, Pincot, Bergeron, Farbaly, Kioto, κ.ά., καθώς και επιλεγμένα υβρίδια του Ινστιτούτου Φυλλοβόλων Δένδρων, ανθεκτικά στην ίωση Sharka. Ποικιλίες ανθεκτικές στην ίωση Sharka με καλά αγρονομικά χαρακτηριστικά είναι οι: Χαρίεσσα, Δανάης, Νεράιδα, Λαΐς, Νηρηίς, καθώς και η ποικιλία Bora.

Πρώιμες ποικιλίες:
(στις θερμότερες, μη παγετόπληκτες και κατάλληλες περιοχές της Πελοποννήσου) Πρώιμο Τίρυνθος, NINFA, Διαμαντοπούλου και Μπεμπέκου (ξηροθερμικές, μη παγετόπληκτες περιοχές της χώρας) Τύρβη, Δαναΐς, Χαριέσσα και Νεράιδα. Αφορά ποικιλίες πρώιμες στην ωρίμανση, αυτογόνιμες, αρκετά παραγωγικές και με υψηλής ποιότητας καρπό.

Μέσης εποχής:
Λαΐς, αυτογόνιμη, παραγωγική, με άριστα ποιοτικά χαρακτηριστικά καρπού.

Όψιμες ποικιλίες:
Νόστος, Νεφέλη και Νηριής, με ωρίμανση τέλος Ιουνίου, αυτογόνιμες, παραγωγικές, με πολύ καλή ποιότητα καρπού. Υπάρχουν αρκετές ποικιλίες όψιμες που καλύπτουν όλο τον Αύγουστο.

Πρώιμη Τυρίνθου ή Επιδαύρου:
Τοπική ποικιλία, καλλιεργείται κυρίως στην Πελοπόννησο και στη Χαλκιδική, είναι πολύ πρώιμη (τέλη Μαΐου). Ο καρπός της είναι μετρίου-μεγάλου μεγέθους, κίτρινος με κοκκινωπή χροιά από την ηλιαζόμενη πλευρά, μέτριας ποιότητας. Η σημασία της ποικιλίας οφείλεται όχι στην ποιότητα αλλά στην πρωιμότητά της. Έχει μικρές σχετικά απαιτήσεις σε χαμηλές θερμοκρασίες για τη διακοπή του ληθάργου των οφθαλμών της. Η ποικιλία αυτή εξαιτίας της ευαισθησία της στη ίωση σάρκα δε συστήνεται για φύτευση.

Μπεμπέκου:
Τοπική ποικιλία, καλλιεργείται κυρίως στην Πελοπόννησο και λιγότερο στη Β. Ελλάδα. Είναι εξαιρετική ποικιλία κατάλληλη τόσο για νωπή κατανάλωση όσο και για κονσερβοποίηση. Ο καρπός της είναι μεγάλος, κίτρινος και γενικά ωραίας εμφάνισης και γεύσης. Είναι η ποικιλία που παράγει εκλεκτής ποιότητας κονσέρβα και οι βιομηχανίες δουλεύουν αποκλειστικά με την ποικιλία αυτή. Οι πυρήνες των καρπών της χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία. Σε αυτήν οφείλεται σχεδόν το 95% της ελληνικής παραγωγής βερικόκων. Είναι λιγότερο ευαίσθητη στην ίωση σάρκα από ότι η «Τιρύνθου». Ωριμάζει Ιούνιο-Ιούλιο.

Bora:
Δημιουργήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, στην Ιταλία, με δικαιοπάροχο τη C.R.P.V., ωριμάζει μαζί με την ποικιλία Τίρυνθος, έχει εξαιρετικά χαρακτηριστικά και υψηλή παραγωγικότητα. Οι καρποί της έχουν σφιχτή σάρκα, πολύ καλό μέγεθος και είναι η πιο ανθεκτική ποικιλία στον ιό της σάρκας.

Harcot:
Είναι ζωηρό δέντρο, παραγωγικό, αυτογόνιμο, αντέχει στο ψύχος, ανθεκτικό στην ψευδομονάδα και μονίλια. Πρώιμο, με καρπό μέσου-μεγάλου μεγέθους, με λίγο ερυθρό επίχρωμα και γλυκιά ευχάριστη γεύση. Ωριμάζει ελάχιστες ημέρες πριν από την ποικιλία Goldcot.

Πικράδα σπέρματος βερικοκιάς: 
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές ποικιλίες έχουν πικρό σπέρμα, ενώ οι ασιατικής προέλευσης έχουν γλυκό. Η αμερικάνικη αυτόστειρη ποικιλία Orange Red, ανθεκτική στην ίωση sharka, διαθέτει γλυκό σπέρμα, ενώ η ελληνική Μπεμπέκου έχει πικρό σπέρμα.


Πολλαπλασιασμός


Η βερικοκιά πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό της επιθυμητής ποικιλίας σε υποκείμενο της επιλογής του παραγωγού.
Υποκείμενα: Τα υποκείμενα που χρησιμοποιούνται είναι σπορόφυτα βερικοκιάς ή ροδακινιάς. Από τα υποκείμενα δαμασκηνιάς χρησιμοποιούνται το Myrobalan 29C, GF 31 και λιγότερο το σπορόφυτο Myrobalan. Άλλα υποκείμενα που δοκιμάζονται είναι τα Ishtara Ferciana και Adesoto 101 Puebla για πυκνότερες φυτεύσεις.


Κλίμα και έδαφος


Η βερικοκιά είναι ανθεκτική στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα (-25οC). Οι οφθαλμοί της πρέπει να υποστούν 100-1000 ώρες χαμηλών θερμοκρασιών κάτω των 7οC, ανάλογα με την ποικιλία, ώστε να διακοπεί ο λήθαργος τους. Οι ελληνικές ποικιλίες Πρώιμο Τυρίνθου¸ Μπεμπέκου και Διαμαντοπούλου χρειάζονται γύρω στις 300-400 ώρες χαμηλών θερμοκρασιών κάτω των 7οC για να διακοπεί ο λήθαργος, ενώ άλλες ποικιλίες χρειάζονται πάνω από 600-800 ώρες.

Η παραγωγή της βερικοκιάς είναι αρκετά ικανοποιητική σε περιοχές με άνοιξη χωρίς παγετούς, διότι ανθίζει νωρίς (1ο 15ήμερο Φεβρουαρίου – 1ο 10ήμερο Μαρτίου). Ταυτόχρονα, απαιτείται και αρκετά ζεστό καλοκαίρι για να παραχθούν υψηλής ποιότητας καρποί (>30οC). Για τους παραπάνω λόγους, επιβάλλεται η επιλογή της κατάλληλη ποικιλίας για δεδομένο περιβάλλον.

Σε παγετόπληκτες περιοχές αποκλείονται οι πρωιμανθείς ποικιλίες, ενώ σε περιοχές με ψυχρό Φεβρουάριο αποφεύγονται οι αυτόστειρες ποικιλίες, γιατί προκύπτουν αρκετά συχνά προβλήματα με την καρπόδεση και την παραγωγικότητα του οπωρώνα. Επίσης, η βερικοκιά δεν θα πρέπει να καλλιεργείται σε περιοχές με υγρή ή βροχερή άνοιξη διότι είναι ευπαθής στη monilia.

Η απόδοση της βερικοκιάς είναι καλύτερη σε εδάφη τα οποία είναι βαθιά και αμμοπηλώδη, που στραγγίζουν καλά. Σε βαριά εδάφη προτιμώνται υποκείμενα δαμασκηνιάς, διαφορετικά υφίσταται ζημία από τις αδρομυκώσεις και τη φυτόφθορα. Η βερικοκιά απαιτεί άφθονο νερό για άρδευση, αλλά αντέχει στην ξηρασία περισσότερο από την ροδακινιά.


Άρδευση και Λίπανση


Η βερικοκιά αναπτύσσεται σε κλίματα σχετικά θερμά και οι ανάγκες της σε νερό είναι αυξημένες. Είναι δέντρο που έχει πλούσια παραγωγή καρπών, πλούσιο φύλλωμα και ως εκ τούτου πρέπει να αρδεύεται συχνά και όσο χρειάζεται. Οι απαιτήσεις ανά έτος και στρέμμα ανέρχονται στα 200-300μ3, πέραν των βροχοπτώσεων του χειμώνα. 

Η άρδευση της αρχίζει νωρίς το καλοκαίρι ή ακόμη και την άνοιξη, έτσι ώστε να μην υπάρχει ανταγωνισμός βλάστησης και καρπών για νερό - που οδηγούν το δένδρο σε καρποπτώσεις. Επειδή ο καρπός συγκομίζεται σχετικά νωρίς το καλοκαίρι πολλοί παραγωγοί δεν αρδεύουν τα δέντρα τους μετά τη συγκομιδή των καρπών. Αυτό είναι ένα λάθος που πρέπει να αποφεύγεται σε κάθε περίπτωση. Οι αρδεύσεις πρέπει να αρχίζουν νωρίς το καλοκαίρι και να συνεχίζονται και μετά τη συγκομιδή των καρπών.

 Δέντρα που δεν αρδεύονται συνήθως παρενιαυτοφορούν και δεν παράγουν πολλούς ανθοφόρους οφθαλμούς με συνέπεια τη μικρή παραγωγή. Η βερικοκιά έχει περίπου τις ίδιες απαιτήσεις σε λιπαντικά στοιχεία με τη ροδακινιά μόνον που δεν είναι τόσο απαιτητική σε άζωτο όσο η ροδακινιά. Το άζωτο εφαρμόζεται σε δυο εποχές και σε διαφορετικές ποσότητες. 

Η πρώτη εφαρμογή, που δεν ξεπερνάει τις 6-7 μονάδες N/στρέμμα, γίνεται το χειμώνα πριν τις βροχοπτώσεις και η δεύτερη εφαρμογή (3-5 μονάδες N/στρέμμα) γίνεται μετά την καρπόδεση περίοδο της έντονης βλάστησης (συνολικά 10-12 μονάδες N). Στις πολύ πρώιμες ποικιλίες στο τέλος του καλοκαιριού συνιστάται να εφαρμόζεται ήπια λίπανση με αζωτούχο λίπασμα (1-2 μονάδες) προκειμένου το δένδρο να εφοδιαστεί με αρκετά θρεπτικά στοιχεία αναγκαία στο ξεκίνημα της βλάστησης την άνοιξη. 

Ο φωσφόρος (P2O5) και το κάλι (K2O) δεν ξεπερνούν τις 5 και 15 μονάδες/στρέμμα αντίστοιχα και εφαρμόζονται μαζί με την 1η εφαρμογή των αζωτούχων λιπασμάτων. Στη βερικοκιά συχνά παρατηρείται τροφοπενία βορίου η οποία εκδηλώνεται με τα παρακάτω συμπτώματα σε καρπούς και φύλλα:

Καρποί:
Εσωτερικό μαύρισμα και σχηματισμός φελλώδους ιστού στο περικάρπιο γύρω από το σκληρό ενδοκάρπιο που επεκτείνεται στη σάρκα. Εξωτερικό σχίσιμο επεκτεινόμενο στη σάρκα σε βάθος περίπου ίσο με το 1/3 – ¼ του πάχους της σάρκας. Εμφάνιση, σε μεγάλη επιφάνεια, καφέ χρώματος, συρρίκνωση και σοβαρή παραμόρφωση της επιφάνειας του καρπού. Υγιείς καρποί περιέχουν 30ppm βόριο ή και περισσότερο.

Φύλλα:
Γενικά τα φύλλα παρουσιάζουν μεσονεύρια χλώρωση, είναι στενά και εύθραυστα. Σε μερικές περιπτώσεις παρατηρήθηκε πάχυνση του κεντρικού και των πλαγίων νεύρων και τα φύλλα μοιάζουν με βάρκες. Επίσης, παρατηρείται νέκρωση των κορυφών φύλλων και νεκρές κηλίδες, στρογγυλές διάσπαρτες, που δίνουν την όψη τρυπημένων φύλλων. Τα φύλλα περιέχουν 35-60ppm βόριο. Η έλλειψη βορίου διορθώνεται με προσθήκη βόρακα στο έδαφος (100-125γρ./δένδρο), με ψεκασμούς στο φύλλωμα (0,125% βορικό οξύ) ή με διαφυλλικά λιπάσματα.

Κηλίδωση της κορυφής του καρπού:
Οι καρποί παρουσιάζουν κηλίδες καφετί-μαύρου χρώματος στην κορυφή του καρπού και πολλές φορές και σχίσιμο ταυτόχρονα. Παρατηρείται όταν το υποκείμενο είναι η ροδακινιά και μάλλον οφείλεται σε ανισορροπία στοιχείων ασβεστίου-καλίου.
Η φυλλοδιαγνωστική, πέραν των εδαφικών αναλύσεων, πάντα βοηθάει στην εφαρμογή σωστού προγράμματος λίπανσης.


Συστήματα φύτευσης και διαμόρφωσης κόμης


Το κλασικό σύστημα φύτευσης της βερικοκιάς είναι το κατά τετράγωνα σε αποστάσεις 6-8 x 6-8 και το σχήμα διαμόρφωσης το ελεύθερο κύπελλο. Τελευταία και στη βερικοκιά εφαρμόζονται οι πυκνές φυτεύσεις (5x2-3) και σχήματα διαμόρφωσης το ατρακτοειδές ή και Υ (5-6x2μ.) προκειμένου να εντατικοποιηθεί η καλλιέργεια. Οι αποστάσεις φύτευσης που εφαρμόζονται σε σχέση με τη διαμόρφωση της κόμης είναι:

1. Κύπελλο: 5x3-4, 66-50 δένδρα/στρέμμα
2. Παλμέττα: 4x2,5-3, 100-83 δένδρα/στρέμμα
3. Κυπαρισσάκι: 4x1,5-1,8, 166-138 δένδρα/στρέμμα
4. V, U κάθετα προς τη γραμμή 5x1,5, 133 δένδρα/στρέμμα


Τρόπος καρποφορίας


Η βερικοκιά καρποφορεί σε μικτούς βλαστούς του παρελθόντος έτους, σε λεπτοκλάδια και κυρίως σε ροζέτες.
Κλάδεμα καρποφορίας: Το κλάδεμα καρποφορίας συνίσταται κυρίως σε απαλείψεις βλαστών και είναι πολύ ελαφρύ διότι η βερικοκιά παράγει λίγους και μακρείς βλαστούς. Βραχύνσεις επιτρέπεται να γίνονται σε πυκνές φυτεύσεις και μονόκορμα σχήματα, εφόσον έχουν σχηματιστεί ροζέτες (πολυετείς βλαστοί). 

Αφαιρούνται βλαστοί που προσεβλήθησαν από monilia, που είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλο και γίνεται βασικά ένας κλαδοκάθαρος, όπως λέγεται. Αυστηρό κλάδεμα οδηγεί σε πρόωρες καρποπτώσεις. Όταν παρατηρούνται καρποπτώσεις συνιστάται ελαφρύ κλάδεμα (κλαδοκάθαρος) ή και εφαρμογή αντικαρπτωτικών ορμονών (αυξίνες).


Άνθιση – Ασυμβίβαστα – Ανάπτυξη καρπού – Αραίωμα – Συγκομιδή – Συντήρηση


Στη βερικοκιά απαντώνται ποικιλίες αυτογόνιμες, αυτόστειρες και σταυροαυτόστειρες, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα πολλών πειραμάτων που διεξάγονται τελευταία. Οι αυτογόνιμες αποτελούν την πλειοψηφία των ποικιλιών που καλλιεργούνται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και ΗΠΑ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η βερικοκιά ανθίζει νωρίτερα από τη ροδακινιά, είναι αυτογόνιμη (οι πιο πολλές ποικιλίες) και συνήθως η καρπόδεση είναι υψηλή.

Η υψηλή καρπόδεση οδηγεί πολλές φορές σε μικρό μέγεθος καρπών και χαμηλή ποιότητα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται αραίωμα καρπών. Το αραίωμα γίνεται με το χέρι. Συχνά στη βερικοκιά (π.χ. ποικιλία Paviot) παρατηρούνται καρποπτώσεις, πέραν των φυσιολογικών (κυρίως αγονιμοποίητοι καρποί), όταν ο καρπός έχει αποκτήσει σχεδόν το τελικό του μέγεθος.

Οι καρποπτώσεις αυτές συνήθως παρατηρούνται σε δέντρα που είναι αυστηρά κλαδεμένα και έχουν υπερβολική βλάστηση, οπότε η βλάστηση ανταγωνίζεται τους καρπούς και έτσι οι καρποί αποκόπτονται και πέφτουν. Για να αποφευχθούν οι καρποπτώσεις συνιστάται ελαφρύ κλάδεμα και εφαρμογή άρδευσης από νωρίς την άνοιξη. Επίσης, ψεκασμοί με αντικαρπτωτικές ορμόνες (αυξίνες) αναστέλλουν εν μέρει τις καρποπτώσεις.

Ο καρπός της βερικοκιάς αναπτύσσεται όπως και της ροδακινιάς και το πότε θα ωριμάσει εξαρτάται κυρίως από την ποικιλία και την περιοχή στην οποία καλλιεργείται. Το βερίκοκο είναι κλιμακτηρικός καρπός. Κατά την ωρίμανση αλλάζει το βασικό χρώμα από πράσινο σε κίτρινο-πορτοκαλί, ο καρπός γίνεται γλυκός, η οξύτητα μειώνεται, η σάρκα μαλακώνει, και σχηματίζεται χαρακτηριστικό άρωμα.

Ο καρπός μερικών ποικιλιών αποκτά ερυθρό επίχρωμα, χαρακτηριστικό που επιδιώκεται από τους βελτιωτές, διότι τελευταία οι καταναλωτές δείχνουν μια προτίμηση σε βερίκοκα με επίχρωμα.Ο καρπός συγκομίζεται όταν είναι σχεδόν ώριμος, αλλά σκληρός έτσι ώστε να μπορεί να μεταφερθεί χωρίς να υποστεί ζημιές και να αντέχει στο μανάβικο για μερικές ημέρες. Τα βερίκοκα στη χώρα μας συγκομίζονται με το χέρι σε ένα ή σε δύο χέρια, ανάλογα με τον προορισμό, επιτραπέζια χρήση ή βιομηχανία. 

Ο παραγωγός προτιμάει να συγκομίσει τα βερίκοκα αν είναι δυνατόν σε ένα χέρι για να έχει μειωμένο κόστος. Συνήθως οι παραγωγοί όταν πρόκειται να πωλήσουν τα βερίκοκα στα κονσερβοποιεία τα μαζεύουν σε ένα χέρι, πρακτική που δεν πρέπει να εφαρμόζεται διότι δεν παράγεται καλής ποιότητας κομπόστα. 

Τα βερίκοκα που προορίζονται για αποξήρανση μπορεί να μείνουν στο δένδρο μέχρι την πλήρη ωρίμανση και μετά να συγκομιστούν με τίναγμα. Το βερίκοκο μπορεί να συντηρηθεί για λίγες ημέρες (15 ημέρες περίπου) σε ψυγεία με θερμοκρασία 0οC και σχετική υγρασία 90-95%. Γενικά είναι καρπός ευπαθής, όπως και το ροδάκινο, και θα πρέπει να καταναλώνεται γρήγορα μετά τη συγκομιδή του. Το βερίκοκο συσκευάζεται χύμα σε τελάρο ή κουπάκι συνήθως του ενός κιλού.

Εχθροί και ασθένειες


Οι κυριότεροι εχθροί της βερικοκιάς είναι:

Βλαστορρύκτης ή ανάρσια: 
προκαλεί ανάλογη ζημιά με εκείνες στη ροδακινιά και ιδιαίτερα στα νεαρά δενδρύλλια.

Φυλλοδέτης: 
Η προνύμφη του λεπιδοπτέρου που τυλίγει πολλά φύλλα με αραχνοειδή νήματα και κατατρώει τα φύλλα.
Φυλλοφάγες κάμπιες

Καπνώδης ή πλατυκέφαλος σκώληκας:
Η προνύμφη εγκαθίσταται στο λαιμό του δένδρου και ανοίγει στοές οπότε και καταστρέφει το δένδρο.

Κοκκοειδή ή ψώρες.

Από τους μύκητες σοβαρές ζημιές προκαλεί:

Φαιά σήψη:
Προσβάλλει τα άνθη και τους ακραίους λεπτούς βλαστούς. Μοιάζει η προσβολή με καταστροφή από παγετό με τη διαφορά ότι η προσβολή από monilia ακολουθείται με παραγωγή κόμμεως. Σε ορισμένες ποικιλίες προσβάλλονται και οι βραχίονες στους οποίους δημιουργούνται μεγάλα έλκη. Οι καρποί και ιδιαίτερα ορισμένων ποικιλιών, είναι πολύ ευαίσθητοι όταν είναι ώριμοι.

Rhiropus:
Οι ώριμοι καρποί είναι πολύ ευαίσθητοι.

Βοτρύτιδα, Σκλεροτίνια: 
Σήψη ανώριμου καρπού.

Ασπέργιλλος, πενικίλλια, κλαδοσπόριο:
Σήψη ώριμου καρπού

Κορύνεο: 
Ο συγκεκριμένος μύκητας προσβάλλει φύλλα, οφθαλμούς και καρπούς. Όταν ο χειμώνας είναι ήπιος καταστρέφει τους οφθαλμούς. Στα φύλλα προκαλεί οπές και στους καρπούς στίγματα υποβαθμίζοντας την ποιότητα των καρπών.

Ψευδοαργοφυλλία: 
Οφείλεται στο μύκητα (Stereum purpureum)

Ειδική σκωρίαση της βερικοκιάς: 
Προσβάλλει τα φύλλα και μπορεί να οδηγήσει σε φυλλόπτωση.

Cytospora καρκίνος.

Αλτερνάρια: φύλλα και καρπούς

Φυτοφθόρα: προκαλεί ζημία στο λαιμό του δένδρου

Αρμιλάρια: προκαλεί σηψηριζία

Βερτιτσιλλίωση – αδρομύκωση


Βακτήρια


Βακτηριακός καρκίνος: 

Προσβάλλει όλα τα πυρηνόκαρπα, προκαλεί ζημία στον κορμό του δένδρου όταν υπάρχει υπερβολική υγρασία στο περιβάλλον.

Βακτηριακή κηλίδωση

Καρκίνος ριζών


Νηματώδεις


Ιώσεις


Ίωση Σάρκα (Sharka): 
Πρωτοεμφανίστηκε στην Πελοπόννησο και προκαλεί μεγάλες ζημιές ιδιαίτερα στην ποικιλία πρώιμο Τυρίνθου. Η ίωση αυτή έχει εξαπλωθεί σ’ όλη την Ελλάδα και φαίνεται ότι όλες οι ποικιλίες βερικοκιάς, μερικές ροδακινιάς καθώς και αρκετές δαμασκηνιάς είναι αρκετά ευαίσθητες σε αυτήν. Τα συμπτώματα εμφανίζονται τόσο στα φύλλα όσο και στον καρπό. Τα φύλλα παρουσιάζουν χλώρωση υπό μορφή μωσαϊκού ή γραμμική και καμιά φορά υπό μορφή δακτυλίου.

Τα συμπτώματα αυτά φαίνονται καθαρά αν κρατήσουμε το φύλλο ενάντια στον ήλιο. Τα συμπτώματα στον καρπό είναι πολύ πιο έντονα και ο καρπός παραμορφώνεται τόσο πολύ που είναι αδύνατον να μην καταλάβουμε ότι πρόκειται για σάρκα. Ο καρπός δεν ωριμάζει κανονικά και βυθιζόμενες επιφάνειες από ανώριμο ιστό κάνουν τον καρπό να φαίνεται ανώμαλος. Συμπτώματα εμφανίζονται και στον πυρήνα και αυτά είναι αποχρωματισμός υπό μορφή δακτυλίων. 

Εμβόλια πρέπει να λαμβάνονται μόνο από υγιή δέντρα, διαφορετικά μεταδίδουμε την ίωση με τον πιο γρήγορο και σίγουρο τρόπο. Αν διαπιστωθεί ότι κάποιο δέντρο έχει μολυνθεί, θα πρέπει να εκριζωθεί αμέσως και να καεί. Διότι έστω και ένα προσβεβλημένο δέντρο στον οπωρώνα είναι δυνατόν να μολύνει τα υπόλοιπα ή και ολόκληρη την περιοχή, αν είναι αμόλυντη, δια μέσου των αφίδων. Πολλαπλασιαστικό υλικό απαλλαγμένο από την ίωση Σάρκα είναι δυνατό να παραχθεί με τη μέθοδο της θερμοθεραπείας (in vivo ή in vitro) σε συνδυασμό με μεριστωματικό πολλαπλασιασμό (ιστοκαλλιέργεια).

Φυτόπλασμα – ίκτερος ή κιτρίνισμα των πυρηνοκάρπων (Stone Fruit Yellows):
Προκαλεί ορμονική ανισορροπία στο δέντρο και επιφέρει θάνατο. Τα συμπτώματα είναι φύλλα κίτρινα που τελικά πέφτουν, ανομοιομορφία ωρίμανσης καρπών, μικρό μέγεθος, άνθιση το χειμώνα, τελικά θάνατος του δένδρου.
Πρόβλημα επαναφύτευσης: βακτήριο, μύκητες, νηματώδεις, ιώσεις, τοξίνες και περιβαλλοντικές συνθήκες.

Κομμίωση: 
Άγνωστη αιτιολογία παρατηρείται υπό συνθήκες στρες ή μετά από προσβολή μυκήτων και εντόμων.
Για την καταπολέμηση των εχθρών και ασθενειών της βερικοκιάς πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικό πρόγραμμα ψεκασμών όπως δίνεται παρακάτω καθώς και με βάση τις οδηγίες που δίνονται από τις Γεωργικές Προειδοποιήσεις του ΥΠΑΑΤ, αλλά χρήση κατάλληλων φαρμάκων και στη σωστή συγκέντρωση, σύμφωνα με τις οδηγίες των τοπικών Γεωπόνων:
 

Εποχή επέμβασης – Στάδιο ανάπτυξηςΕχθροί – Ασθένειες
1. Φθινόπωρο, πτώση φύλλων 75%Κορύνεο – Ανθονόμος
2. Χειμερινή περίοδος (πριν από τη διόγκωση των οφθαλμών)Διαχειμάζουσες μορφές εντόμων (Ανάρσια, καρπόκαψα κ.ά.) και ακάρεων
3. Ρόδινη κορυφή (10% άνθη)Φαιά σήψη, Κορύνεο – Ανάρσια, κ.ά.
4. Άνθιση – 50%Φαιά σήψη
5. Πλήρης άνθισηΦαιά σήψη
6. Πτώση πετάλων 100%Φαιά σήψη, Ωίδιο – Ανάρσια, Καρπόκαψα, Ρυγχίτης, κ.ά.
7. Πτώση στεφάνηςΩίδιο – Ανάρσια, καρπόκαψα,
8. Καρπίδιο (20 ημέρες μετά τον προηγούμενο ψεκασμό)Ρυγχίτης, κ.ά.




 

Βιβλιογραφία:
Βασιλακάκης, Μ., 2016. Γενική και Ειδική Δενδροκομία. Εκδόσεις Άγι – Σάββα Δ. Γαρταγάνη, Θεσσαλονίκη, Έλλας. E.U.