Γενικά


Τα διάφορα είδη αχλαδιάς κατατάσσονται ανάλογα με τον τόπο προέλευσης τους σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τα είδη που κατάγονται από την περιοχή της δυτικής Ασίας, γύρω από την Κασπία θάλασσα, με πιο γνωστό αντιπρόσωπο το είδος Pyrus communis L., στο οποίο υπάγονται όλες οι γνωστές σήμερα καλλιεργούμενες ποικιλίες ευρωπαϊκής αχλαδιάς. 

Η άλλη ομάδα περιλαμβάνει είδη που κατάγονται από τη βόρεια Ασία, όπως είναι το Pyrus pyrifolia Nakai, το P. ussuriensis Maxim, το P. betulaefolia Bunge και το P. calleryana Dence. Οι ποικιλίες της δεύτερης ομάδας και συγκεκριμένα του είδους P. pyrifolia ονομάζονται συχνά μηλοαχλαδιές, λόγω του μηλόμορφου σχήματος των καρπών του. Τα μεγαλύτερα εξαγωγικά κέντρα κατά φθίνουσα σειρά είναι η Ιταλία, Αργεντινή, Γαλλία, Αυστραλία, Ν. Αφρική, Ολλανδία και τέλος οι ΗΠΑ.


Στην Ελλάδα


Η καλλιέργεια της αχλαδιάς είναι διαδεδομένη παντού στην Ελλάδα, αλλά σε μορφή συστηματικών οπωρώνων εντοπίζεται κυρίως στην δυτική και κεντρική Μακεδονία, Θεσσαλία και Πελοπόννησο. Οι συστηματικοί αχλαδεώνες στην Ελλάδα καταλαμβάνουν έκταση 64.000 στρεμμάτων και η μέση ετήσια παραγωγή αχλαδιών ανέρχεται σε 121.156 τόνους.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται έλλειψη αχλαδιών και η Ελλάδα προχωρά στην εισαγωγή σημαντικών ποσοτήτων αχλαδιών κυρίως από Ισπανία, Ιταλία και από χώρες της Ν. Αμερικής.


Βοτανικά χαρακτηριστικά


Η αχλαδιά είναι δέντρο φυλλοβόλο, μακρόβιο, συναντάται σε μικρό ως μεγάλο μέγεθος - ανάλογα µε το υποκείμενο που χρησιμοποιείται. Σε γενικά χαρακτηριστικά στην εμφάνιση του, έχει αρκετές ομοιότητες µε τη μηλιά, αλλά η βασική διαφοροποίηση της αχλαδιάς έγκειται στο ότι είναι πιο ορθόκλαδο δέντρο.

Φύλλα: Είναι απλά, κατ’ εναλλαγή, με ωοειδές σχήμα ή καρδιόσχηµα, οδοντωτά, µακρόµισχα και στιλπνα. Η βάση του μίσχου των φύλλων χαρακτηρίζεται από δύο μικρά παράφυλλα.

Οφθαλµοί: Διακρίνονται σε βλαστοφόρους και µικτούς και συναντώνται πλάγια ή στην άκρη των βλαστών. Οι βλαστοφόροι οφθαλµοί έχουν κωνικό σχήµα, δεν έχουν χνούδι και ένα χαρακτηριστικό διαφοροποίησης της αχλαδιάς από την μηλιά είναι ο σχηματισμός οξείας γωνίας στο σηµείο έκφυσης τους µε τον βλαστό.

Άνθη: Λευκά, και σπανίως συναντάμε ρόδινα. Παράγονται πριν ή ταυτόχρονα µε τα φύλλα από µικτούς οφθαλµούς κατά σκιαδόµορφους κορύµβους. Κάθε άνθος διαθέτει 5 πέταλα, 5 σέπαλα και περίπου 20 – 30 στήμονες, οι οποίοι έχουν κόκκινους ανθήρες. Η αχλαδιά ανθίζει νωρίτερα από την μηλιά µε σημαντικές διαφορές στον χρόνο ανθοφορίας μεταξύ των ποικιλιών από χρονιά σε χρονιά.

Το νέκταρ των ανθών της δεν είναι πλούσιο σε σάκχαρα και γι' αυτό το λόγο οι μέλισσες δεν τα επισκέπτονται αν υπάρχουν άλλα είδη που έχουν ανθίσει. Η καρπόδεση του 8 – 10% των ανθών αποδίδει ικανοποιητική παραγωγή. Καθώς οι περισσότερες ποικιλίες αχλαδιάς είναι αυτόστειρες, σε περίπτωση που οι καιρικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές για να πετάξουν οι μέλισσες, υπάρχει κίνδυνος μειωμένης παραγωγής.

Καρπός: Είναι άπιο, με σχήµα αχλαδόµορφο ή σφαιρικό – πεπλατυσµένο. Αποτελεί έναν ψευδή καρπό γιατί κατά τον σχηµατισµό του συμμετέχουν εκτός από την ωοθήκη και άλλα μέρη του άνθους. Ο ανθικός σωλήνας αποτελεί το εδώδιμο τμήμα του καρπούκαι σχηµατίζεται από τις βάσεις των σεπάλων, πετάλων και στηµόνων. Η αύξηση του καρπού της ευρωπαϊκής αχλαδιάς ακολουθεί απλή σιγµοειδή καµπύλη, όπως συμβαίνει και στη µηλιά. Αντιθέτως, ο καρπός ακολουθεί διπλή σιγμοειδή καμπύλη στις ασιατικές ποικιλίες. Οι ποικιλίες που η συγκομιδή τους γίνεται νωρίς με σκοπό την συντήρηση, δεν αποκτούν το ολοκληρωμένο µέγεθος τους. Ομοιότητα με την μηλιά, συναντάται και στα καρποφόρα όργανα της αχλαδιάς.


Ποικιλίες


Οι ποικιλίες που προέκυψαν από την ευρωπαϊκή αχλαδιά (είδος P. communis L.) είναι χιλιάδες και οι πιο σπουδαίες από αυτές που καλλιεργούνται ή εισάγονται στην Ελλάδα είναι οι: Τσακώνικη ή Κρυστάλλι, Κοντούλα, A. Fetel, Williams, Sissy, P. Crassane, Decana del Comicio, Kaiser Alexander (Bosc), Highland, Coscia, Santa Mari, Harrow Sweet, Carmen και πολλές άλλες. Η Τσακώνικη ή Κρυστάλλι συμβάλει κατά 50% και η Williams κατά 30% στη συνολική παραγωγή αχλαδιών στην Ελλάδα και με μικρότερες ποσότητες οι άλλες ποικιλίες.

Τσακώνικη ή Κρυστάλλι: 
Ο καρπός της έχει μέτριο μέγεθος και σχήμα κωδωνοειδές. Ο φλοιός είναι λεπτός, λείος με πρασινοκίτρινο χρώμα. Η σάρκα είναι λευκή, πολύ χυμώδης, γλυκιά, λίγο υπόξινη και αρωματική. Ωριμάζει κατά τα τέλη Αυγούστου. Προσαρμόζεται καλύτερα στα νοτιότερα διαμερίσματα της χώρας.

Κοντούλα: 
Ο καρπός της έχει μέτριο μέγεθος και σχήμα αχλαδόμορφο – στρογγυλό, συνήθως με σαρκώδη ποδίσκο. Ο φλοιός είναι λεπτός, λείος, με πρασινοκίτρινο χρώμα. Η σάρκα είναι μέτρια συνεκτική, λευκή, χυμώδης, γλυκειά, αρωματική, με λιθοκύτταρα. Ωριμάζει από τα μέσα Ιουνίου.

Williams: 
Ο καρπός της έχει μέσο έως μεγάλο μέγεθος και σχήμα αχλαδόμορφο - κυδωνόμορφο. Ο φλοιός είναι λεπτός, λείος, με πρασινοκίτρινο χρώμα και κόκκινη απόχρωση στο μέρος που βλέπει ο ήλιος και με πολυάριθμα μαυροκόκκινα στίγματα. Η σάρκα είναι λευκή, μαλακή, χυμώδης, αρωματική και γευστική. Ωριμάζει τον Αύγουστο και συντηρείται καλά. Θεωρείται η πιο διαδεδομένη ποικιλία αχλαδιάς στον κόσμο, είναι κατάλληλη για επιτραπέζια χρήση και εκλεκτή για κονσερβοποίηση.

Kaiser Alexander (Bosc): 
Ο καρπός της έχει μεγάλο μέγεθος και σχήμα αχλαδόμορφο-επίμηκες. Ο φλοιός είναι παχύς, με τυπικό ορειχάλκινο χρώμα και ελαφρά ανώμαλος. Η σάρκα είναι λευκή, πολύ συνεκτική, μέτρια, χυμώδης, ελαφρώς γλυκεία και λίγο αρωματική. Ωριμάζει κατά το μήνα Σεπτέμβριο και συντηρείται αρκετά καλά. Ενδείκνυται ο εμβολιασμός της σε υποκείμενα σπορόφυτα αχλαδιάς ή σε κυδωνιά με τη χρησιμοποίηση ενδιάμεσου υποκειμένου. Προσαρμόζεται καλύτερα στα βορειότερα διαμερίσματα της χώρας.

Coscia:
Ο καρπός της έχει μέτριο μέγεθος και σχήμα αχλαδόμορφο. Ο φλοιός είναι λεπτός, λείος, με ανοιχτό πρασινοκίτρινο χρώμα και με ελαφρά κόκκινη απόχρωση στο μέρος που βλέπει ο ήλιος. Η σάρκα είναι λευκή, μαλακή, χυμώδης, γλυκεία και λίγο αρωματική. Ωριμάζει μέσα Ιουλίου.

Highland:
Ο καρπός της έχει μέτριο μέγεθος και σχήμα αχλαδόμορφο. Ο φλοιός είναι μέτρια παχύς, χρώμα κίτρινο με ελαφρά μαυροκόκκινη απόχρωση και ανοιχτοκόκκινη στο μέρος που βλέπει ο ήλιος. Η σάρκα είναι λευκή, μέτρια συνεκτική, χυμώδης, γλυκειά, με ευχάριστη γεύση και αρωματική. Ωριμάζει από αρχές Σεπτέμβρη και συντηρείται πολύ καλά. Έχει πολύ καλή συμβατότητα με την κυδωνιά. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγική σταθερότητα και μέτρια ανθεκτικότητα στη σκωρίαση. Ως προς την ανθοφορία χαρακτηρίζεται ως μεσόψιμη. Θεωρείται πολύ καλή ποικιλία για την παρασκευή κονσερβών εκλεκτής ποιότητας και συνιστάται η καλλιέργειά της ανεπιφύλακτα.

Sissy: 
Η ποικιλία Sissy άρχισε να καλλιεργείται τελευταία στην Ελλάδα διαθέτει εκτός από την ανοσία στο βακτήριο Erwinia amyovora – βακτηριακό κάψιμο, και σχετική ανθεκτικότητα ή ανεκτικότητα στην ψύλλα της αχλαδιάς (Psylla pyricola). Δηλαδή η ψήλλα επισκέπτεται το δένδρο αλλά δεν πολλαπλασιάζεται με τον ίδιο ρυθμό που πολλαπλασιάζεται στις άλλες ποικιλίες, οπότε και καταπολεμάται σχετικά εύκολα. Η «Sissy» διαθέτει καρπό εξαιρετικής ποιότητας και επί πλέον συντηρείται στο ψυγείο για μακρό χρονικό διάστημα.


Οι ποικιλίες αχλαδιάς ανάλογα με την εποχή ωρίμανσής τους διακρίνονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Τις φθινοπωρινές ποικιλίες και τις καλοκαιρινές ποικιλίες.


Πολλαπλασιασμός


Τα καλλιεργούμενα δέντρα αχλαδιάς αποτελούνται από το εμβόλιο, το τμήμα δηλαδή που βρίσκεται πάνω από το έδαφος, αποφέρει τους καρπούς και το οποίο είναι εμβολιασμένο σε ένα υποκείμενο. Το υποκείμενο έχει προέλευση από τον σπόρο ή από αγενή πολλαπλασιασμό. Σε μερικές περιπτώσεις καλλιεργούνται αυτόριζες ποικιλίες και τα αυτόριζα φυτά προέρχονται είτε από μοσχεύματα είτε από μικροπολλαπλασιασμό. 

Υποκείμενα αχλαδιάς:
Η αναπαραγωγή των ποικιλιών της αχλαδιάς, όπως και των άλλων φυλλοβόλων οπωροφόρων δένδρων, δεν γίνεται αποκλειστικά με σπόρο και για αυτό ο εμβολιασμός τους συμβαίνει πάνω σε ειδικά επιλεγμένα υποκείμενα. Τα σπορόφυτα υποκείμενα χρησιμοποιούνται στις ευρωπαϊκές χώρες μόνο σε άγονα, ξηρά, ασβεστώδη και αργιλλώδη εδάφη ή για τις ποικιλίες μικρής ζωηρότητας και μη καλής συμβατότητας με την κυδωνιά. 

Στις περισσότερες περιπτώσεις εγκαταστάσης νέων οπωρώνων, γίνεται χρήση κλωνικών επιλογών κυδωνιάς, διότι προκαλούν νανισμό στα δέντρα, επιτάχυνση της εισόδου των δέντρων σε καρποφορία και αυξάνουν την παραγωγή τους. Όσο αφορά τις εδαφικές συνθήκες, ενδείκνυται σε εδάφη γόνιμα, δροσερά, ποτιζόμενα, αβαθή και με μικρή περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο.


Ανθοφορία – Επικονίαση - Γονιμοποίηση


Η αχλαδιά ανθίζει περίπου µαζί µε τη µηλιά ή λίγο νωρίτερα. Η ελάχιστη µέση θερµοκρασία για την έναρξη της άνθησης είναι οι 9oC. Η διάρκεια της περιόδου άνθησης εξαρτάται από τη µέση ηµερήσια θερµοκρασία και την ατµοσφαιρική υγρασία. Όσο πιο υψηλή είναι η µέση θερµοκρασία και χαµηλότερη η υγρασία τόσο πιο σύντοµη είναι η περίοδος άνθησης.

Οι πιο πολλές καλλιεργούμενες ποικιλίες αχλαδιάς είναι αυτόστειρες και για μια ικανοποιητική καρπόδεση χρειάζονται επικονιαστές (μέλισσα, βομβίνοι), καθώς και επικονιάστριες ποικιλίες. Οι επικονιάστριες ποικιλίες φυτεύονται είτε κατά γραμμές (3-3 γραμμές κύριας ποικιλίας και μια επικονιάστριας 20-25%), όταν το σύστημα φύτευσης είναι κατά γραμμές, είτε διάσπαρτοι (13%) ανά τακτά διαστήματα, όταν το σύστημα φύτευσης είναι κατά τετράφωνα ή ρόμβους.

Η αχλαδιά είναι εντομόγαμο είδος και γι’ αυτό η μέλισσα είναι απαραίτητη για τη σταυρεπικονίαση. Ο αριθμός των μελισσών/στρέμμα πρέπει να είναι αυξημένος, ιδιαίτερα όταν έχουμε πρωϊμανθείς ποικιλίες αχλαδιάς, γιατί πολλές φορές οι καιρικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές για το πέταγμα της μέλισσας και την επικονίαση (1 κυψέλη/2-4 στρέμματα)

Η αχλαδιά έχει την τάση να παρθενοκαρπεί και η τάση αυτή διαφέρει από ποικιλία σε ποικιλία. Υπάρχουν ποικιλίες που μπορούν να δώσουν ικανοποιητική καρποφορία από καρπούς που αναπτύχθηκαν παρθενοκαρπικά, όπως η Τσακώνικη και η Williams και άλλες καθόλου. Το χαρακτηριστικό αυτό το εκμεταλλεύονται οι παραγωγοί όταν παγετοί καταστρέφουν τις σπερμοβλάστες του άνθους ή όταν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές για μια ικανοποιητική καρπόδεση.

Η αχλαδιά συχνά ανθίζει το φθινόπωρο όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες ή και ξηρασία. 
Η αχλαδιά εισέρχεται σε αξιόλογη καρποφορία από τον 4ο–6ο χρόνο της ηλικίας της ανάλογα µε την ποικιλία και το υποκείµενο. Τα νάνα κλωνικά υποκείµενα επιταχύνουν την είσοδο των δέντρων σε καρποφορία. Η παραγωγική ζωή της αχλαδιάς υπολογίζεται σε 30 – 40 χρόνια περίπου. Όταν η καρπόδεση είναι υψηλή, σε ορισμένες ποικιλίες όπως για παράδειγμα στην ποικιλία Τσακώνικη, εφαρμόζεται αραίωμα διότι αυτό βελτιώνει σημαντικά το μέγεθος των καρπών.


Αραίωμα καρπών


Το αραίωμα σήμερα των καρπών της αχλαδιάς γίνεται βασικά µε χημικά μέσα για λόγους οικονομικούς. Αλλά η ποιότητα των αραιώματος  µπορεί να βελτιωθεί, αν απομακρυνθούν µε το χέρι οι παραµένοντες µικροί και παραµορφωµένοι καρποί. Το χηµικό αραίωµα µπορεί να αυξήσει το µέγεθος των παραµενόντων καρπών πάνω από 18%. 

Η αύξηση όµως αυτή του µεγέθους των καρπών θεωρείται µικρή, αν λάβει κανείς υπόψη του την πρωιµότητα του αραιώµατος και το λαµβανόµενο ποσοστό αραιώµατος. Για τον παραγωγό είναι αρκετά σηµαντικό να γνωρίζει την εποχή αραιώματος των καρπών. Σε χρονιές µε µικρή καρπόδεση, υπάρχει τάση το χηµικό αραίωµα να προκαλεί υπερβολικό αραίωµα και κατά συνέπεια µείωση του παραγωγικού κέρδους. Γι’ αυτό πολλοί παραγωγοί κάνουν αραίωµα µε τα χέρια, αφήνοντας κάθε 15 – 20 εκ. και ένα καρπό, όπως συνηθίζεται στη µηλιά, µε την προϋπόθεση όµως ότι θα επιτευχθεί παρόµοια µε τα µήλα αύξηση και στους παραµένοντες καρπούς αχλαδιάς.


Εγκατάσταση αχλαδεώνα – Συστήματα Διαμόρφωσης της κόμης 


Η προετοιμασία του εδάφους και η φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται στη μηλιά. Οι αποστάσεις φύτευσης υπολογίζονται ανάλογα με την τοποθεσία, το έδαφος και τη ζωηρότητα των υποκειμένων και των ποικιλιών. Η πυκνότητα φύτευσης για ζωηρές ποικιλίες σε σπορόφυτα αχλαδιάς πρέπει να είναι 7x7μ, για δε μέσης ζωηρότητας 5x5μ, όταν ως σχήμα μόρφωσης εφαρμόζεται το κυπελλοειδές. 

Τα ιδανικά συστήματα φύτευσης της αχλαδιάς είναι:

Κατά τετράγωνα: 

παλαιό σύστημα, εκτατικό, συνήθως χρησιμοποιείται ζωηρό υποκείμενο, οι αποστάσεις είναι μεγάλες (6x5μ.), χαμηλό κόστος εγκατάστασης, τα δένδρα αργούν να μπουν στην καρποφορία αλλά ζούνε πολλά χρόνια

Κατά γραμμές:

Εφαρμόζεται κυρίως όταν το υποκείμενο είναι η κυδωνιά. Συνδυάζεται με υποστηριγμένα ή μη συστήματα διαμόρφωσης της κόμης, όπως η παλμέττα, μονόκορμο, λεπτή ή κανονική άτρακτος. Συνήθεις αποστάσεις φύτευσης 4-3,5μ. μεταξύ των γραμμών και 2-0,70μ. (πυκνή-υπέρ πυκνή φύτευση).

Τα ιδανικά συστήματα διαμόρφωσης της κόμης για την αχλαδιά είναι τα εξής: 

Παλμέττα:
Έχει καθιερωθεί ως σύστημα διαμόρφωσης της κόμης της αχλαδιάς, διότι η αχλαδιά καλλιεργείται σε πεδινές εκτάσεις, όπου επιτρέπεται η μηχανοποίηση της καλλιέργειας. Το δένδρο διαθέτει κεντρικό άξονα και βραχίονες, οι οποίοι πρέπει να δεθούν. Έτσι, χρειάζεται σύστημα υποστήριξης που αποτελείται συνήθως από πασσάλους και γαλβανιζέ σύρματα. 
Η παλμέττα για να λάβει την τελική της μορφή και ύψος απαιτούνται συνήθως 5-6 χρόνια οπότε το δένδρο μπαίνει στην πλήρη καρποφορία.

Διπλός άξονας ή V παράλληλα προς τη γραμμή των δένδρων: 
Επιτρέπεται η ανάπτυξη δυο βραχιόνων από πολύ χαμηλά, σχηματίζοντας ένα V ή Y.

Ελεύθερο ατρακτοειδές: 
Συνήθως συνδυάζεται με νάνα υποκείμενα κυδωνιάς ή υβριδίων αχλαδιάς.
Το κορδόνι είναι το πιο απλό σχήμα από όλα και ταιριάζει σε ορισμένες ποικιλίες που δε σχηματίζουν πλούσια πλάγια βλάστηση και είναι εμβολιασμένες πάνω σε υποκείμενα νάνα.


Καλλιέργεια του εδάφους


Η καλλιέργεια του εδάφους του αχλαδεώνα αποσκοπεί στην αύξηση ή διατήρηση της περιεκτικότητάς του σε χούμο, στην αποθήκευση νερού και παρεμπόδιση της διάβρωσής του, στη διατήρηση της γονιμότητάς του και στην ποσοτική και ποιοτική αύξηση της παραγωγής. Διενεργείται με μηχανικά μέσα και με χημικά μέσα. Η μηχανική καλλιέργεια των αχλαδεώνων δε συνηθίζεται πια και έχει αντικατασταθεί από την χρήση ζιζανιοκτόνων. 

Για αυτό επιβάλλεται να επιλέγεται το κατάλληλο πάντοτε ζιζανιοκτόνο, να παρέχεται στη συνιστώμενη δόση και τον κατάλληλο χρόνο και μάλιστα με το πιο κατάλληλο μέσο. Η διασπορά των ζιζανιοκτόνων πρέπει να είναι ομοιόμορφη, γιατί τότε τα αποτελέσματα καταστροφής των ζιζανιών είναι πιο ικανοποιητικά.

Για να αποφευχθούν τυχόν διασπορά πάνω στα δέντρα, καλό είναι να χρησιμοποιούνται οριζόντιοι εκτοξευτές χαμηλής πιέσεως. Τα ζιζανιοκτόνα που χρησιμοποιούνται σε αχλαδεώνες, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, στα προφυτρωτικά, όπου προστίθενται στο έδαφος πριν φυτρώσουν τα ζιζάνια και στα μεταφυτρωτικά, τα οποία παρέχονται στο φύλλωμα των ζιζανίων.


Κλάδεμα καρποφορίας


Αυτό συνιστάται σε αφαιρέσεις (αραίωμα) βλαστών γενικά και βραχύνσεις σε πολυετείς βλαστούς (ανανέωση ή επαναφορά) προκειμένου να δημιουργηθεί νέα βλάστηση και καρποφόρα όργανα. Στην αχλαδιά, όπως και στη μηλιά ποτέ δε βραχύνονται οι ετήσιοι βλαστοί, βράχυνση υφίστανται βλαστοί δύο ετών ή μεγαλύτερης ηλικίας. Τα νέα καρποφόρα όργανα παράγουν καρπούς καλύτερης ποιότητας. Το κλάδεμα συντελεί στην ισορροπία βλάστησης και καρποφορίας καθώς και στη συντήρηση του σχήματος του δένδρου.


Κλίμα και Έδαφος


Η αχλαδιά απαιτεί ξηρό και θερμό καλοκαίρι αλλά αρκετό νερό για άρδευση. Το ξερό θέρος είναι πρωταρχικής σημασίας παράγοντας για τον περιορισμό της εξάπλωσης του βακτηριακού καψίματος. Κατά την περίοδο της ανθοφορίας η θερμοκρασία πρέπει να είναι υψηλοτέρα των 10οC για ικανοποιητική καρπόδεση. 

Για τη διακοπή του ληθάργου των οφθαλμών της απαιτούνται χαμηλές θερμοκρασίες τόσες όσες περίπου απαιτεί και η μηλιά. Η ποικιλία Τσακώνικη έχει μικρότερες απαιτήσεις σε ψύχος από ότι οι άλλες ποικιλίες αχλαδιάς. Δένδρα ζωηρής ανάπτυξης είναι ευαίσθητα στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Απαιτεί αρκετό νερό για να δώσει υψηλές αποδόσεις και ιδιαίτερα όταν είναι εμβολιασμένη πάνω σε κυδωνιά. 

Αναπτύσσεται καλά σε βαθιά και πλούσια εδάφη. Δεν ανέχεται καθόλου το ασβέστιο και το υψηλό pH όταν το υποκείμενο είναι η κυδωνιά. Όταν το pH του εδάφους είναι υψηλότερο από 8 σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η κυδωνιά σαν υποκείμενο παρά μόνο σπορόφυτα της καρδιόσχημης αχλαδιάς ή τα υβρίδια OHxF. Πολλά προβλήματα που παρουσιάζονται στην καλλιέργεια αχλαδιάς (τροφοπενίες κυρίως) οφείλονται είτε στη συμφωνία εμβολίου και υποκειμένου είτε στο υψηλό pH του εδάφους.


Άρδευση και Λίπανση


Η ποσότητα νερού που θα χρειαστεί ένας οπωρώνας αχλαδιάς εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, το υποκείμενο, το έδαφος, την ηλικία των δένδρων και από άλλους παράγοντες. ΄Όταν το υποκείμενο είναι η κυδωνιά, λόγω του επιπόλαιου ριζικού του συστήματος, πρέπει οι αρδεύσεις να είναι περισσότερες αλλά να εφαρμόζεται λίγο νερό κάθε φορά. 

Οι απαιτήσεις των δένδρων σε νερό είναι παρόμοιες με εκείνες της μηλιάς εμβολιασμένη σε υποκείμενο Μ9. Το ανόργανο στοιχείο στο οποίο αντιδρά πολύ καλά η αχλαδιά είναι το άζωτο. Η ποσότητα αζώτου πρέπει να είναι περιορισμένη όταν πρόκειται να εφαρμοστεί σε ποικιλίες ζωηρές ή πολύ ευαίσθητες στο φουζικλάδιο π.χ. Τσακώνικη. 

Ο φωσφόρος έχει αυξήσει την παραγωγή σε ορισμένες περιπτώσεις και καλό είναι να εφαρμόζεται κάθε 3-4 χρόνια. Το κάλιο εφαρμόζεται συστηματικά και σε μικρότερη ποσότητα από το άζωτο. Η αχλαδιά έχει αυξημένη ανάγκη ασβεστίου και γι’ αυτό καλό είναι να εφαρμόζονται διαφυλλικοί ψεκασμοί με CaCl2 αν υπάρχει έλλειψη. Όταν χρησιμοποιείται η κυδωνιά ως υποκείμενο καλό είναι τα λιπάσματα να δίνονται σε μικρές ποσότητες και τμηματικά μαζί με τη στάγδην άρδευση για να αποφεύγεται η έκπλυση των στοιχείων.

Οι ποσότητες των λιπαντικών μονάδων αυξάνονται ή μειώνονται ανάλογα με την πυκνότητα φύτευσης και την παραγωγικότητα των δένδρων. Συνήθεις τροφοπενίες αχλαδιάς είναι του Fe, Mg, Zn και βορίου. Η τροφοπενία Fe και Mg παρουσιάζονται συνήθως μαζί και ιδιαίτερα όταν το υποκείμενο είναι η κυδωνιά. Εφαρμογές Fe από το έδαφος και Mg με ψεκασμό στο φύλλωμα διορθώνουν την κατάσταση. Η έλλειψη Zn διορθώνεται με ψεκασμούς ουσιών που περιέχουν ψευδάργυρο. 

Η έλλειψη βορίου όταν υπάρχει, εκδηλώνεται με συμπτώματα τόσο στον καρπό όσο και στα άνθη. Στον καρπό εκδηλώνονται με σκάσιμο του φλοιού και της σάρκας καθώς και με εμφάνιση φελλώδους επιφάνειας επί των καρπών. Στα άνθη παρουσιάζεται κάψιμο ολόκληρης της ταξιανθίας και στη συνέχεια η ταξιανθία παραμένει στο δένδρο για μακρύ χρονικό διάστημα. Η έλλειψη βορίου διορθώνεται με εφαρμογή βόρακα στο έδαφος (3-5 κιλά/στρέμμα) ή με ψεκασμό βορικού οξέος (0,25%) κατά την έκπτυξη των οφθαλμών.

Ωρίμανση – Συγκομιδή


Η καρπική περίοδος είναι βασικό κριτήριο συγκομιδής και για αχλάδια όπως είναι για όλα τα φρούτα για συγκεκριμένη περιοχή. Η ακριβής ημερομηνία συγκομιδής μιας ποικιλίας μπορεί να μεταβάλλεται από χρονιά σε χρονιά αλλά η σειρά ωρίμανσης των ποικιλιών είναι σταθερή. 

Οι έμποροι στηρίζονται συνήθως στην καρπική περίοδο και εν πολλοίς αυτοί καθορίζουν και την ημερομηνία συγκομιδής αν και τελευταία χρησιμοποιούν και άλλα κριτήρια (αντίσταση σάρκας στην πίεση, κ.ά.). Τα αχλάδια πρέπει να συγκομίζονται όταν είναι ώριμα αλλά ακόμη σκληρά και σχεδόν πράσινα. Αν μαζευτούν νωρίτερα από την κανονική εποχή τότε δε γίνονται αρωματικά, συρρικνώνονται και γενικά στερούνται ποιότητας, 

Αν τα αχλάδια μείνουν πάνω στο δένδρο περισσότερο από ό, τι πρέπει τότε μαυρίζουν στο εσωτερικό και δε συντηρούνται στο ψυγείο. Το αχλάδι είναι ένα από τα λίγα φρούτα που δε μπορεί να αφεθεί πάνω στο δένδρο μέχρι την πλήρη ωρίμανση του διότι αν συμβεί αυτό τότε παρατηρείται αποσύνθεση της σάρκας γύρω από την περιοχή των σπερμάτων που συνοδεύεται από δυσάρεστες οσμές.


Συντήρηση


Οι βιοχημικές αλλαγές μέσα στον καρπό του αχλαδιού μετά τη συγκομιδή γίνονται πιο γρήγορα από ότι στο μήλο και γι’ αυτό θα πρέπει τα αχλάδια μόλις συγκομισθούν να προψυχθούν και στη συνέχεια να πάνε στην κυρίως ψύξη. Η καλύτερη θερμοκρασία για συντήρηση των αχλαδιών είναι θερμοκρασία στους -0,5/-1οC και σχετική υγρασία 90-95%. 

Το χρονικό διάστημα που μπορούν να συντηρηθούν τα αχλάδια εξαρτάται από την ποικιλία. Όλες οι ποικιλίες αχλαδιών αντιδρούν πολύ καλά στη συντήρηση με ρυθμιζόμενη ατμόσφαιρα.  Σχεδόν όλες οι ποικιλίες που συντηρούνται επί μακρό δέχονται την εφαρμογή SmartFresh, όπου μετά την εφαρμογή του, το αχλάδι ωριμάζει κανονικά και αναπτύσσει ικανοποιητικό άρωμα σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα μήλα. 

Κατά τη συντήρηση των αχλαδιών ενδέχεται να παρατηρηθούν σήψεις που οφείλονται σε μύκητες, όπως η βοτρύτιδα και το penicillium. Ζημιές από τη βοτρύτιδα αποφεύγονται αν τα αχλάδια περιτυλιχθούν με χαρτί που είναι εμποτισμένο με χαλκό. Από το penicillium η σήψη αποφεύγεται με τον προσεκτικό χειρισμό των αχλαδιών κατά τη συγκομιδή και κατά τη μεταφορά τους, μεταφορά στα ψυγεία και αποθήκευση όσο γίνεται πιο γρήγορα στους 0oC, καθώς και περιτύλιγμα των καρπών με χαρτί ούτως ώστε να μην έρχονται σε επαφή ο ένας με τον άλλο. 

Επίσης, για να μην τραυματίζονται οι καρποί από τον ποδίσκο, αλλά και για να προσελκύει τον καταναλωτή, οι ποδίσκοι εμβαπτίζονται σε κηρώδεις ή άλλες ουσίες.Κατά τη συντήρηση ή μετά, μπορούν να παρατηρηθούν ασθένειες που δεν οφείλονται σε παθολογικά αίτια, αλλά κυρίως αφορούν αίτια που εστιάζουν στο στάδιο της ωρίμανσης κατά τη συγκομιδή, νωρίτερα ή αργότερα, στις συνθήκες καθώς και στη διάρκεια συντήρησης των καρπών, και είναι: 

  1. Core Breakdown: Αποσύνθεση ή καφέτιασμα καρδιάς
  2. Senscent Scald: έγκαυμα εξαιτίας γήρατος
  3. Superficial Seald: επιφανειακό έγκαυμα
  4. Brown Flesh or Internal Browning: Καφέτιασμα της σάρκας  
     

Εχθροί και ασθένειες


Καρπόκαψα αχλαδιάς:
Είναι το πιο επικίνδυνο έντομο και προκαλεί μεγάλες ζημιές.

Φυλλοδέτες: 
Νάρκη και άλλα έντομα προκαλούν ζημιές στην αχλαδιά

Ψύλλα της αχλαδιάς: 
Είναι μυζητικό έντομο, προκαλεί μεγάλες ζημιές στα φύλλα. Επίσης, θεωρείται φορέας του μυκοπλάσματος που πιθανόν να συμβάλλει στο σύμπλοκο της ασθένειας Pear decline.

Ξυλοφάγα
(Cosus, Zeyzera)

Κοκκοείδη 
(Ψώρα του Σαν Ζοζέ)

Τετράνυχοι:
Προκαλούν ζημία ανάλογη με εκείνη στη μηλιά


Μυκητολογικές ασθένειες


Φουζικλάδιο αχλαδιάς: 
Ο μύκητας αυτός προσβάλλει φύλλα και καρπούς. Ορισμένες ποικιλίες είναι πολύ ευαίσθητες, όπως η Τσακώνικη, και χρειάζεται μεγάλη προσοχή ιδιαίτερα την άνοιξη. Οι ποικιλίες αυτές δεν πρέπει να φυτεύονται σε μέρη υγρά γιατί τότε η καταπολέμηση είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη.

Αλτερνάρια (τάπα):
Σοβαρή μυκητολογική ασθένεια που μπορεί να εκμηδενίσει την παραγωγή. Η προσβολή του καρπού αρχίζει από την περιοχή του κάλυκα, μαυρίζει και η σήψη προχωράει με γοργό ρυθμό. Η εξάπλωση της ασθένειας γίνεται σταδιακά αλλά σταθερά και μερικές φορές η ζημία είναι τόσο μεγάλη που μπορεί να εκμηδενίσει την παραγωγή του έτους. Ευαίσθητες ποικιλίες Abete Fetel, Passa Crassana, Harrow Sweet. Δυστυχώς δεν υπάρχουν μυκητοκτόνα που να καταπολεμούν την ασθένεια αυτή με αποτέλεσμα την εκρίζωση πολλών οπωρώνων αχλαδιάς σε ορισμένες περιοχές που ενδημεί η ασθένεια.

Pear decline (κατάρρευση αχλαδιάς):
Υπάρχουν δύο τύποι, η βραδεία και η ταχεία κατάρρευση. Στη βραδεία το δένδρο παρουσιάζει συμπτώματα ενωρίς το φθινόπωρο που είναι χρωματισμός ερυθρωπός του φυλλώματος, πτώση των φύλλων από το μέσο του δένδρου και πάνω, φθίνουσα καρποφορία και τελικά θάνατος του δένδρου. Στη δεύτερη μορφή (ταχεία κατάρρευση) το δένδρο ξαφνικά στεγνώνει και το φύλλωμα μαύρο και στεγνό μένει πάνω στο δένδρο. 

Έχει παρατηρηθεί σε πολλές ποικιλίες αχλαδιάς εμβολιασμένες πάνω σε σπορόφυτο. Ιδιαίτερα ευαίσθητα είναι τα δένδρα που είναι εμβολιασμένα σε σπορόφυτα της ποικιλίας Williams. Τελευταία η ασθένεια αυτή έχει σχεδόν εκλείψει διότι δε χρησιμοποιείται πλέον το υποκείμενο αυτό. Δε γνωρίζουμε ακριβώς που οφείλεται αλλά πιθανά αίτια είναι η ασυμφωνία υποκειμένου εμβολίου, μυκόπλασμα που μεταφέρεται με την ψύλλα και διάφορες ιώσεις.

Βακτηριακό κάψιμο (Erwinia amylovora):
Προκαλείται από το συγκεκριμένο βακτήριο, καθώς εισέρχεται στο δένδρο από τα άνθη, τα φύλλα και τους τρυφερούς βλαστούς. Οι προσβεβλημένοι ιστοί παράγουν εξοίδημα το οποίο μεταφέρεται από βλαστό σε βλαστό με ήπια βροχή (μεγαλύτερη ή ίση με 2χιλ.). Θερμοκρασία μεταξύ 18 και 30οC και βροχερός καιρός είναι οι κατάλληλες συνθήκες για την εξάπλωση της ασθένειας.

Η ασθένεια αυτή έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα, έχει προκαλέσει τεράστια ζημιά στους υπάρχοντες οπωρώνες και μείωσε σημαντικά τις καλλιεργούμενες εκτάσεις με αχλαδιές. Το βακτηριακό κάψιμο μπορεί να ελεγχθεί, προληπτικά ή θεραπευτικά, με κλάδεμα, πότισμα, λίπανση και καταπολέμηση των εντόμων που μεταδίδουν το βακτήριο.

Ενδεικτικό πρόγραμμα καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών της αχλαδιάς με βάση τα φαινολογικά στάδια: 

Εποχή Επέμβασης – Στάδιο ΑνάπτυξηςΕχθροί – Ασθένειες
  1. Χειμερινή περίοδος
Διαχειμάζουσες μορφές εντόμων (Καρπόκαψα, Κοκκοειδή, Ψύλλα κ.ά.) και Ακάρεων
  1. Πράσινη κορυφή
Φουζικλάδιο-Ανθοκόμος κ.ά.
  1. Λευκή κορυφή
Φουζικλάδιο, Σεπτόρια, Φαιά σήψη – ψύλλα, Ανθοκόμος, Ακάρεα κ.ά.
  1. Πτώση πετάλων
Φουζικλάδιο, Σεπτόρια, Σκωρίαση, Οπλοκάμπη, Ψύλλα, Ρυγχίτης, Ακάρεα, Αφίδες κ.ά.
  1. Πρώτη κάλυψη καρπιδίου (20 ημέρες από τον προηγούμενο ψεκασμό)
Καρπόκαψα, Ακάρεα κ.ά.
  1. 10-15 ημέρες από τον προηγούμενο
Καρπόκαψα κ.ά.
  1. 10-15 ημέρες από τον προηγούμενο
Καρπόκαψα κ.ά.
  1. Πρώτο 15θήμερο Ιουνίου
Ακάρεα, ξυλοφάγα έντομα
  1. Από τις αρχές Ιουλίου και μέχρι τη συγκομιδή κάθε ποικιλίας ανά 15 ημέρες
Καρπόκαψα

 

Βιβλιογραφία: 
Ειδική δενδροκομία Τόμος I "Μηλοειδή", Ποντίκη Κων/νου, Καθηγητή Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Βασιλακάκης, Μ., 2016. Γενική και Ειδική Δενδροκομία. Εκδόσεις Άγι – Σάββα Δ. Γαρταγάνη, Θεσσαλονίκη, Έλλας. E.U.