Γενικά


Ο όρος εσπεριδοειδή αναφέρεται σε μία ομάδα φυτών που κατατάσσεται στην οικογένεια ρυτοειδή. Καλλιεργούνται στις τροπικές ή ημιτροπικές καθώς και στις εύκρατες χώρες. Τα φύλλα και τα άνθη τους μυρίζουν όμορφα. Τα είδη των εσπεριδοειδών που καλλιεργούνται μπορούν να καταταγούν με βάση το χρώμα το καρπού και συγκεκριμένα: περιλαμβάνει είδη με χρώμα καρπού κίτρινο και ο φλοιός δεν αποσπάται από τη σάρκα και ανήκουν: η Λεμονιά, η Κιτριά και το Βοτρυόκαρπο. Μεταξύ των διαφόρων εσπεριδοειδών υπάρχουν και υβρίδια όπως την κιτρολεμονιά, τη γλυκολεμονιά, τα tangelos, κ.ά..


Στην Ελλάδα


Τα εσπεριδοειδή είναι μεγάλης οικονομικής σημασίας καλλιέργεια, καθώς αποτελούν την βασική καλλιέργεια πολλών περιοχών της χώρα μας και η παραγωγή τους καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση μετά την ελιά. ο κύριος όγκος της παραγωγής εντοπίζεται σε ορισμένες κυρίως περιοχές, όπως Αργολίδα, Άρτα, Λακωνία, Χανιά, Κορινθία, Ηλεία, Αχαΐα, Αιτωλοακαρνανία, Μεσσηνία, Τροιζηνία, κ.ά.. Βασικό στοιχείο της καλλιέργειας στη χώρα μας είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των εσπεριδοειδών αποτελείται από ντόπιες ή εισαχθείσες αλλά παλιές ποικιλίες που παράγουν προϊόντα κατώτερης ποιότητας (καρποί με πολλούς σπόρους, χοντρόφλουδοι, ανομοιόμορφοι, με παραμορφώσεις στο φλοιό κλπ.). 


Βοτανικά χαρακτηριστικά


Πρόκειται για θάμνους ή δένδρα, με ύψος 5-15μ., με αγκαθωτούς βλαστούς και φύλλα κατ’ εναλλαγή. Τα περισσότερα εσπεριδοειδή είναι αειθαλή, αλλά υπάρχουν και φυλλοβόλα που αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα. Τα φύλλα φέρουν ελαιογόνους αδένες, όπως και ο φλοιός του καρπού. 

Επίσης, τα φύλλα είναι απλά ή φέρουν πτερύγιο, μονήρη ή σύνθετα. Το άνθος των εσπεριδοειδών είναι υπόγυνο, φέρει 20-40 στήμονες, 5 σέπαλα και 5 πέταλα λευκά ή λευκοιώδη (λεμονιά). Η ωοθήκη είναι πολύχωρος, 6-14 καρπόφυλλα. Τα άνθη των εσπεριδοειδών είναι κυρίως ερμαφρόδιτα, επίγυνα, αυτογόνιμα ή σταυρογόνιμα, με ωραίο άρωμα. Τα άνθη είναι μεμονωμένα ή σε ταξιανθίες κορύμβου και ο καρπός είναι εσπερίδιο, είδος ράγας, με σχήμα στρογγυλό-επίμηκες, μήκους 4-30cm και διαμέτρου 4-20cm. 


Ποικιλίες Λεμονιάς


Femminello (4 συγκομιδές/έτος) (Ιταλία)

Genova, Interdonato, Italian, Monachello, Villafranca

Lamas (Τουρκία)

Λαπιθιώτικη (Κύπρος)

Lisbon (Αμερική, Ισπανία), Ponderosa, Priofiori or Fino (Ισπανία), Verna ή Berna (Ισπανία) μοιάζει με την ποικιλία Lisbon, Bearss or Sicelian

Eureka (δίφορη – Αμερική, Ισπανία)

Μαγληνή, Καρυστινή, Αδαμοπούλου, Λεμονάκι της Χίου (Ελλάδα)


Υπάρχουν σπερμοφόρες και άσπερμες ποικιλίες.

Περιγραφή ποικιλιών:

Κοινά:

Η καλλιέργεια γίνεται σε όλα τα λεμονοπαραγωγικά διαμερίσματα της χώρας παρά το γεγονός ότι ο καρπός της είναι χαμηλής ποιότητας και περιορισμένης έκτασης. Ο καρπός είναι μικρός, χονδρόφλοιος με ανώμαλο φλοιό, πολλά σπέρματα, λίγο χυμό και χαμηλή περιεκτικότητα κιτρικού οξέος. Σε αυτή την ποικιλία συμπεριλαμβάνεται και η ποικιλία Καρυστινή.


Καρυστινή: 

Ο καρπός της έχει μέτριο μέγεθος, σχήμα επίμηκες ή ελλειπτικό, κοντό λαιμό και αναπτυγμένη κωνική (αιχμηρή) θηλή. Ο φλοιός της έχει μέτριο πάχος, η δε επιφάνεια του είναι τραχειά. Το χρώμα της είναι κίτρινο κατά την ωρίμανση. Η σάρκα είναι πλούσια σε χυμό και ξινή. Λιγόσπερμη ή πολύσπερμη ποικιλία, με παραγωγή μόνο από τα τέλη φθινοπώρου μέχρι τις αρχές της άνοιξης. Σαν δέντρο είναι πλαγιόκλαδο, χωρίς αγκάθια, παραγωγικό και με αντοχή στην κορυφοξήρα. Θεωρείται ποικιλία πολύ καλής ποιότητας και ανθεκτική στις μεταφορές.


Μαγληνή:

Δέντρο ορθόκλαδο, με αγκάθια και παραγωγικό με ευαισθησία στην κορυφοξήρα. Ντόπια και αρκετά παραγωγική ποικιλία, που δίνει σχεδόν άσπερμους και χυμώδεις καρπούς, αρίστης ποιότητα, κατάλληλους για εξαγωγή. Αποτελεί τη βάση της λεμονοπαραγωγής της χώρας μας (55% της συνολικής παραγωγής). 

Παράγει καρπό μέσου μεγέθους με μικρή θηλή, λείο, λεπτό φλοιό και έχει σάρκα πλούσια σε χυμό. Είναι ποικιλία ολιγόσπερμη και οι καρποί της ωριμάζουν νωρίς το φθινόπωρο – χειμώνα. Επίσης, οι καρποί της είναι κατάλληλοι για χυμοποίηση. Υπάρχουν πολλοί κλώνοι της ιδίας ποικιλίας που καλλιεργούνται σε πολλές περιοχές, επειδή όμως είναι πολύ ευαίσθητη στην κορυφοξήρα , θεωρείται κατάλληλη μόνο για περιοχές και τοποθεσίες που δεν παρουσιάζουν σοβαρό πρόβλημα από την ασθένεια αυτή. Προτείνεται η αντικατάσταση ποσοστού ίσο με το 30-40% της ποικιλίας αυτής από άλλες ποικιλίες που είναι περισσότερο ανθεκτικές στην κορυφοξήρα.


Αδαμοπούλου (δίφορη ποικιλία): 

Καρπός με ποικιλόμορφο μέγεθος (μέτριο έως πολύ μεγάλο), σχήμα ελλειπτικό έως επίμηκες, κοντό λαιμό και ανεπτυγμένη θηλή, η οποία περιβάλλεται από τη μια πλευρά από αυλάκι. Ο φλοιός έχει μέτριο έως μεγάλο πάχος και η επιφάνεια του είναι τραχεία. 

Το χρώμα της είναι κίτρίνο κατά την ωρίμαση, η σάρκα της είναι χυμώδης και ξινή. Είναι ποικιλία λιγόσπερμη ή άσπερμη και πολύφορη. Σαν δέντρο είναι πλαγιόκλαδο, παραγωγικό και ανθεκτικό στην κορυφοξήρα εσπεριδοειδών. Θεωρείται ποικιλία καλής ποιότητας και καλλιεργείται σε μικρή έκταση στη χώρα μας.


Eureka (δίφορη ποικιλία):

Ο καρπός της έχει μικρό μέγεθος, σχήμα ελλειπτικό έως επίμηκες, κοντό λαιμό και μικρή θηλή, που περιβάλλεται συνήθως από αύλακα. Ο φλοιός έχει μέτριο πάχος και η επιφάνεια του είναι λίγο τραχεία. Κατά την ωρίμανση, το χρώμα της είναι κίτρινο έντονο. 

Έχει περίπου 10 καρπόφυλλα, η σάρκα της έχει χρώμα είναι πρασινοκίτρινο, είναι τρυφερή, πλούσια σε χυμό και αρκετά ξινή. Είναι ποικιλία άσπερμη ή λιγόσπερμη, παράγεται όλο τον χρόνο, αλλά κυρίως τέλη του χειμώνα, άνοιξη-με αρχές καλοκαιριού. Σαν δέντρο είναι μέσης ζωηρότητας και μεγέθους, πλαγιόκλαδο, αραιόφυλλο, χωρίς αγκάθια, πολύ παραγωγικό, επετειοφορούσα ποικιλία, εισέρχεται νωρίς στην καρποφορία και με καρπούς στις άκρες των βλαστών. Είναι ποικιλία μικρότερης ζωηρότητας, συγκριτικά με τις περισσότερες ποικιλίες, βραχύβια και με όχι ιδιαίτερη αντοχή στο ψύχος, στην καλλιεργητική αμέλεια, στις εντομολογικές προσβολές και την κορυφοξήρα.


Μικρόκαρπη Χίου: 

Γνωστή και σαν  «λεμονάκι Χίου». Έχει μικρό καρπό αλλά είναι πλούσιος σε χυμό και με μεγάλη περιεκτικότητα κιτρικού οξέος.

Κιτρολεμονιά Κρήτης: 

Έχει ογκώδη καρπό με ανώμαλο και παχύ φλοιό, με λίγα οξέα. Χρησιμοποιείται περισσότερο στη ζαχαροπλαστική.

 


Πολλαπλασιασμός


Ο πολλαπλασιασμός των εσπεριδοειδών γίνεται με εμβολιασμό, δηλαδή με ενοφθαλμισμό της επιθυμητής ποικιλίας σε σπορόφυτα υποκείμενα. Η εφαρμογή της μεθόδου του εγκεντρισμού με βλαστούς, γίνεται σε μερικές περιπτώσεις, όταν έχουμε επανεμβολιασμό παλαιών φυτειών για αλλαγή ποικιλίας. Πολλά όμως είδη πολλαπλασιάζονται με φυλλοφόρα ή άφυλλα μοσχεύματα και με εναέριες καταβολάδες (κιτριά, λιμεττία, λεμονιά κ.ά.). 


Υποκείμενα:

Το υποκείμενο που χρησιμοποιείται μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα των καρπών. Η πορτοκαλιά εμβολιασμένη πάνω σε P. trifoliata παράγει καρπούς άριστης ποιότητας με περισσότερα διαλυτά στερεά αλλά οι καρποί ωριμάζουν νωρίτερα, εμβολιασμένη πάνω στη λεμονιά την Τραχύκαρπη παράγει καρπούς με χονδρότερο φλοιό, λιγότερα οξέα και συνήθως λιγότερα διαλυτά στερεά. Ο βοτρυόκαρπος ως υποκείμενο δεν έχει αρνητική επίδραση στην ποιότητα των καρπών του εμβολίου όσο η τραχύκαρπη λεμονιά.


Εγκατάσταση οπωρώνα


Το έδαφος προς χρήση για την εγκατάσταση μιας εσπεριδοφυτείας, δέχεται πριν τη φύτευση άροση σε βάθος 30-40 εκ. που στοχεύει στην καταστροφή των πολυετών ζιζανίων και στην αφρατοποίηση του εδάφους, η οποία συμβάλλει σε καλύτερη ανάπτυξη του ριζικού συστήματος των δέντρων. Πριν από τη φύτευση του οπωρώνα γίνεται η επισήμανση των θέσεων φυτεύσεως των δενδρυλλίων, η διάνοιξη των λάκκων (διαστάσεων 45x45 εκ.) και ακολουθεί η φύτευσή τους. Η απόσταση φύτευσης εξαρτάται κυρίως από τη γονιμότητα του εδάφους, το χρησιμοποιούμενο υποκείμενο και τη ζωηρότητα βλάστησης της καλλιεργούμενης ποικιλίας.


Ζιζανιοκτονία


Οι αυξημένες απαιτήσεις των εσπεριδοειδών τόσο σε νερό όσο και σε θρεπτικά στοιχεία καθιστούν απαραίτητη την καταστροφή των ζιζανίων με την καλλιέργεια του εδάφους, τη χρήση ζιζανιοκτόνων ή και συνδυασμό των δύο. Θα πρέπει όταν εφαρμόζεται καλλιέργεια του εδάφους, να μη γίνεται σε βάθος μεγαλύτερο των 10 εκ., διότι τα εσπεριδοειδή είναι επιπολαιόριζα υπάρχει κίνδυνος καταστροφής των επιφανειακών ριζών. 

Όταν χρησιμοποιούμε ζιζανιοκτόνα θα πρέπει να επιλέγεται το καταλληλότερο και η εφαρμογή του να γίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις υποδείξεις του παρασκευαστή. Τελευταία προτιμώνται τα ζιζανιοκτόνα γενικής χρήσης. Η πρώτη επέμβαση μπορεί να γίνει Σεπτέμβριο – Οκτώβριο οπότε τα ζιζάνια δε θα δυσκολέψουν τη συγκομιδή και επιπλέον μειώνουν τον κίνδυνο από παγετό. Το καλοκαίρι μπορεί να επαναληφθεί ένας η περισσότεροι ψεκασμοί για την καταστροφή των νέων ζιζανίων.


Συστήματα φύτευσης – Διαμόρφωση της κόμης


Το πιο συνηθισμένο σύστημα φύτευσης είναι το κατά τετράγωνα και οι αποστάσεις φύτευσης 6-8μ.. Όταν φυτεύονται ποικιλίες παρθενοκαρπικές, όπως η λεμονιά Εύρηκα ή Lisbon, και ο βοτρυόκαρπος Marsh, ή ποικιλίες σπερμοφόρες αλλά αυτογόνιμες τότε δε χρειάζονται επικονιάστριες ποικιλίες. Αντίθετα, αν η ποικιλία είναι αυτόστειρη και σπερμοφόρος, τότε θα πρέπει να φυτευτεί εκτός από την κύρια ποικιλία και η κατάλληλη επικονιάστρια. 

Η ιδανική εποχή φύτευσης των δενδρυλλίων είναι η άνοιξη, όταν έχει περάσει τελείως ο κίνδυνος παγετού. Τα δενδρύλλια αφού φυτευτούν χρειάζονται υποστήριξη και προστασία από τον ήλιο και τα διάφορα ζώα. Συνήθως, ο κορμός περιβάλλεται από λευκό ειδικό χαρτί ή πλαστικό υπό μορφή κυλίνδρου. Εάν η περιοχή του μελλοντικού οπωρώνα πλήττεται από δυνατούς ανέμους θα πρέπει ταυτόχρονα να γίνει και εγκατάσταση ανεμοφράκτη.


Το κατεξοχήν σχήμα διαμόρφωσης των εσπεριδοειδών είναι το ελεύθερο κύπελλο με 3-5 βραχίονες. Εφόσον επιλεγούν οι βασικοί βραχίονες στη συνέχεια εφαρμόζεται ελαφρύ κλάδεμα για να εισέλθει το δέντρο γρήγορα στην καρποφορία.

 


Ανθοφορία – Καρπόδεση – Ανάπτυξη των καρπών


Η παραγωγή καρπών συνδέεται με την ανθοφορία, την καρπόδεση και την ανάπτυξη των καρπών. Στα ενήλικα εσπεριδοειδή η απουσία παρεμποδιστών ουσιών ανθοφορίας ευνοούν το σχηματισμό καρποφόρων οφθαλμών. Η ανθοφορία παρατηρείται μετά από μία περίοδο χαμηλών θερμοκρασιών, ή ξηρασίας, ή μετά από μέτριες θερμοκρασίες και σύντομες φωτοπεριόδους. 

Οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρουσία καρπών στα δέντρα δεν ευνοούν το σχηματισμό ανθέων. Το γιββερελλικό οξύ, όταν παρέχεται κατά την περίοδο της διαφοροποίησης των οφθαλμών, μειώνει τον αριθμό των καρποφόρων οφθαλμών και αυξάνει το φύλλωμα των ταξιανθιών. Στην περίπτωση αυτή και κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, δύο επεμβάσεις των 10 ppm μειώνουν σημαντικά την παραγωγή ανθοφόρων βλαστών και έτσι η επίδραση αυτή του γιββερελλικού οξέος μπορεί να φανεί χρήσιμη στην εξάλειψη φαινομένων παρενιαυτοφορίας των δέντρων. Μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί, με χημικές ουσίες επίσπευση του χρόνου εισόδου των σποροφύτων σε ανθοφορία, ενώ με το γιββερελλικό οξύ επιτεύχθηκαν αποτελέσματα νεανικότητας σε ενήλικο φυτικό υλικό.


Τρόπος καρποφορίας


Η καρποφορία τους ξεκινάει 3-5 χρόνια από τη στιγμή φύτευσης και οι καρποί μπορούν να μαζευτούν 5-6 μήνες από την ανθοφορία, ανάλογα με την ποικιλία και το περιβάλλον. Η συγκομιδή των καρπών αρχίζει από το φθινόπωρο και τελειώνει την άνοιξη, ενώ οι "δίφορες", όπως ονομάζονται ποικιλίες, δίνουν καρπούς συνέχεια.

Οι καρποί των εσπεριδοειδών δεν ωριμάζουν μετά την αποκοπή τους από το δέντρο, όπως συμβαίνει με άλλους, γι' αυτό και είναι σημαντικό να κοπεί ο καρπός στο σωστό στάδιο ωρίμανσης. Γενικά, οι καρποί θεωρούνται ώριμοι, όταν φτάσουν σε στάδιο ανάπτυξης που να τρώγονται με ευχαρίστηση.


Κλάδεμα


Η αφαίρεση μέρους της βλάστησης, από υγιή και ενήλικα εσπεριδόδεντρα, μειώνει αναλογικά την παραγωγή τους. Το κλάδεμα ακόμη σε νεαρά δέντρα, που δεν έχουν μπει σε καρποφορία, καθυστερεί την είσοδό τους σε αυτή. Γι' αυτό, το κλάδεμα πρέπει να περιορίζεται σε επεμβάσεις μορφώσεως του σχήματος των δέντρων και διευκόλυνσης των διάφορων καλλιεργητικών εργασιών. 

Η θέση που γίνεται η εναποθήκευση των τροφών, δεν είναι η ίδια μεταξύ των φυλλοβόλων δέντρων και των αειθαλών εσπεριδόδεντρων. Στα φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα, γίνεται κυρίως στο ριζικό τους σύστημα, επομένως το κλάδεμά τους κατά τη ληθαργική περίοδο των δέντρων μειώνει ελάχιστα την ποσότητα των εναποθηκευμένων τροφών που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από την ανοιξιάτικη βλάστηση. Στα εσπεριδοειδή όμως, οι υδατάνθρακες εναποθηκεύονται στα φύλλα, στους τρυφερούς βλαστούς και στους ξυλοποιημένους κλάδους των δέντρων και μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτών εναποθηκεύεται στο ριζικό τους σύστημα. Η εναποθηκευμένη ποσότητα τροφών φτάνει στο maximum τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου, είτε λίγο πριν από την έκπτυξη της νέας βλάστησης. 

Συνεπώς, αφού η βλάστηση ενός εσπεριδοειδούς αποτελεί σημαντικό αποθηκευτικό χώρο, το κλάδεμα, που μειώνει τη βλάστηση, αναγκάζει το δέντρο να δημιουργήσει νέα βλάστηση, που αποβαίνει σε βάρος της παραγωγικότητάς του. Τα εσπεριδόδεντρα, που δεν έχουν επάρκεια υδατανθράκων και αζώτου, παρουσιάζουν ασθενική βλάστηση και μικρή καρποφορία. Αν τα δέντρα παρουσιάζουν έλλειψη υδατανθράκων και επάρκεια αζώτου, τότε ευνοείται η ανάπτυξη ζωηρής βλάστησης. Όταν όμως οι υδατάνθρακες και το άζωτο βρίσκονται σε κανονικά επίπεδα, τότε επιτυγχάνεται κανονική βλάστηση και ικανοποιητική καρποφορία. 

Η εποχή του κλαδέματος δεν είναι κρίσιμη για τα εσπεριδοειδή. Μεγαλύτερη ανανέωση βλάστησης επιτυγχάνεται με το ανοιξιάτικο κλάδεμα και η μικρότερη με το φθινοπωρινό κλάδεμα. Το φθινοπωρινό κλάδεμα ευνοεί την ανάπτυξη ενός όψιμου κύματος βλάστησης, που είναι πολύ ευαίσθητο στους παγετούς του χειμώνα. Η εποχή του κλαδέματος μπορεί να επηρεαστεί από την παρουσία ώριμων καρπών πάνω στα δέντρα. Σε μερικά είδη, που χαρακτηρίζονται από κάποια τάση παρενιαυτοφορίας, ενδείκνυται το κλάδεμα να γίνεται κατά το χρόνο της μη κανονικής καρποφορίας των δέντρων. 

Όταν ένας οπωρώνας από εσπεριδοειδή γεράσει, τότε μειώνεται η ζωηρότητα των δένδρων, με αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγή και να υποβαθμιστεί η ποιότητας των καρπών. Η μείωση της ζωηρότητας των δέντρων συνοδεύεται από ξηράνσεις μικρών βλαστήσεων και μικρών κλάδων, χωρίς αυτό να προέρχεται από παθολογικά αίτια. Η παρακμή αυτή των δέντρων προέρχεται από το γήρας, τις μικρές βροχοπτώσεις, τα ακατάλληλα ποτίσματα, τις συγκεντρώσεις των αλάτων στο έδαφος, τις προσβολές από ιώσεις και άλλα παθογόνα και τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, παράγοντες, που επιδρούν χωριστά ο καθένας ή σε διάφορους συνδυασμούς. 

Το κλάδεμα ανανέωσης αναγκάζει το δέντρο να δημιουργήσει νέα καρποφόρο βλάστηση. Με το σκελετοκλάδωμα αφαιρούμε κάθε βλάστηση μικρότερη σε διάμετρο από 2.5εκ., αφήνοντας μόνο τους κύριους και δευτερεύοντες βραχίονες του δέντρου. Όταν αφαιρούνται τα παλιά και αδύνατα μέρη του δέντρου, νέοι οφθαλμοί βλαστάνουν και νέα καρποφόρος βλάστηση σχηματίζεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αν και διορθώνεται η αιτία της παρακμής, τα αποτελέσματα του κλαδέματος είναι προσωρινά και τα δέντρα γρήγορα ξαναπαρακμάζουν. 

Μόνο ένα καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα ποτίσματος, λίπανσης, καταπολέμησης των ασθενειών και ένα καλό κλάδεμα χρειάζονται, για να επαναφέρουμε ξανά τον παρακμάζοντα οπωρώνα σε παραγωγικότητα. Το αυστηρό κλάδεμα των λεμονόδενδρων, που προσβλήθηκαν από παθήσεις νεκρώσεως του ξύλου, είναι η μόνη επέμβαση, που μπορεί να τα διατηρήσει σε παραγωγή για πολλά χρόνια. 

 


Αραίωμα καρπών


Στα εσπεριδοειδή, κυρίως σε ορισμένες ποικιλίες, το αραίωμα των καρπών θεωρείται απαραίτητο. Για το αραίωμα των καρπών των εσπεριδοειδών μπορεί να χρησιμοποιηθούν αρκετές ουσίες. Οι πιο πολλές απ' αυτές είναι ουσίες που προτρέπουν την παραγωγή αιθυλενίου. 


Κλίμα και έδαφος


Το κλίμα είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για την επιλογή της τοποθεσίας, που θα εγκατασταθεί μια εσπεριδοφυτεία. Το κλίμα είναι εκείνο που καθορίζει την ύπαρξη της εσπεριδοφυτείας και την ποιότητα των καρπων. Η μελέτη του ανάγλυφου του εδάφους είναι απαραίτητη για την απομάκρυνση των ψυχρών ρευμάτων αέρος και την παγετοπροστασία, αλλά και για την αντιμετώπιση της διάβρωσης και ασφυξίας του εδάφους, καθώς και για την εφαρμογή του καταλληλότερου συστήματος ποτίσματος της. 

Οι θερμοκρασίες κάτω από 0oC θεωρούνται επικίνδυνες για τα εσπεριδοειδή, κυρίως, όταν διατηρούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, γιατί προξενούν σοβαρές ζημιές στην παραγωγή και μερικές φορές και στα δέντρα. Ακόμα και οι υψηλές θερμοκρασίες, τουλάχιστον για μερικές ποικιλίες, μπορούν να αποβούν επιζήμιες για την παραγωγικότητα μιας φυτείας και ενδεχομένως για την καρποπαραγωγή, που φέρει. 

  1. Άνθη κατά το στάδιο της πλήρους άνθησης στους -1.6oC,
  2. Καρποί κατά το πρώτο στάδιο ανάπτυξής τους στους -1.1oC,
  3. Καρποί πράσινοι στους -2.2oC,
  4. Καρποί ώριμοι στους -3.3oC,
  5. Βλάστηση στους -5.5oC και
  6. Ξύλο στους -5.5oC.

Ευαισθησίες παρουσιάζουν οι νεαροί καρποί και τα φύλλα. Η ζημιά που προκαλείται από μια απότομη αύξηση της θερμοκρασίας είναι ανάλογη προς τις θερμοκρασίες, που επικράτησαν πριν από την απότομη αύξηση της θερμοκρασίας και της εποχής, που σημειώνεται η αύξηση. Έχει παρατηρηθεί κατά την άνοιξη, πριν ακόμα το έδαφος ζεσταθεί, η απότομη αύξηση της θερμοκρασίας του αέρα να προκαλεί φυλλόπτωση, που συνοδεύεται και από αποξηράνσεις βλαστών στα δέντρα, μετά από διάστημα δύο ή τριών μηνών. 

Όταν η θερμοκρασία του εδάφους είναι κάτω από 13oC, οι ρίζες δεν είναι ενεργώς λειτουργικές, με αποτέλεσμα η αυξημένη απώλεια νερού από τα δέντρα, με τη διαπνοή λόγω της ψηλής θερμοκρασίας του αέρα, να είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που μπορεί να αναπληρώσει ένα μη ενεργό ριζικό σύστημα σε κρύο έδαφος. Μια τέτοια κατάσταση όταν σημειωθεί κατά και αμέσως μετά την περίοδο της καρπόδεσης, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές απώλειες στην παραγωγή. Αν μάλιστα η απότομη αύξηση της θερμοκρασίας είναι υπερβολικά ψηλή, τότε η παραγωγή μπορεί να καταστραφεί ολοσχερώς.


Η επιλογή μιας κατηφορικής τοποθεσίας, που καταλήγει σε επίπεδη επιφάνεια, όπου τα ψυχρά ρέυματα διαφεύγουν ελεύθερα, αποτελεί θέση κατάλληλη για την εγκατάσταση εσπεριδοφυτειών. Η διάβρωση του εδάφους σε μια τέτοια τοποθεσία αποφεύγεται κυρίως με την εγκατάσταση, ενδιάμεσα στις σειρές φυτεύσεως των δέντρων, ζωνών από αγρωστώδη, διατηρούμενων σε χαμηλό ύψος. Σε εδάφη με μεγάλη κλίση ενδείκνυται η δημιουργία αναβαθμίδων. 

Σε επικλινή εδάφη το πιο κατάλληλο σύστημα ποτίσματος της εσπεριδοφυτείας θεωρείται το πότισμα με τεχνητή βροχή χαμηλού ύψους. Τα εσπεριδοειδή ευδοκιμούν σε ευρεία ποικιλία εδαφών, από τα πιο αμμώδη μέχρι τα αργιλώδη. Είναι γενικά αποδεκτό, ότι το πιο κατάλληλο έδαφος για την καλλιέργεια εσπεριδοειδών είναι το μέσης συστάσεως, αμμοαργιλλώδες ή αργιλλοαμμώδες, διαπερατό, καλώς αποστραγγιζόμενο, νοτερό, βαθύ, μη αλατούχο, περιεκτικότητας σε ασβέστη όχι πάνω από 30% και να μην έχει καλλιεργηθεί με εσπεριδοειδή κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία. Η αντίδραση του εδάφους ποικίλλει από pH 5 (μετρίως όξινο) μέχρι pH 8.5 (μετρίως αλκαλικό). Σε τέτοια εδάφη επιτυγχάνονται ικανοποιητικές παραγωγές. 

 


Άρδευση και Λίπανση


Τα εσπεριδοειδή ευδοκιμούν και καλλιεργούνται σε θερμές περιοχές όπου οι βροχοπτώσεις συχνά δεν υπερβαίνουν τα 20-300χιλ.. Έτσι δεν νοείται οπωρώνας χωρίς να διαθέτει νερό για άρδευση. Δεν είναι όμως απαραίτητα προϋπόθεση μόνο το άφθονο νερό, επιβάλλεται το νερό να είναι καλής ποιότητας (μικρή περιεκτικότητα σε άλατα) και να πλησιάζει την ποιότητα του πόσιμου νερού. 

Τα εσπεριδοειδή είναι επιπολαιόριζα δένδρα και ως εκ τούτου οι αρδεύσεις πρέπει να γίνονται πιο τακτικά και με ποσότητα νερού τόση όση να καλύπτει τη ριζόσφαιρα που βρίσκεται σε βάθος μέχρι και 1μ.. Βέβαια το πόσο νερό θα εφαρμοστεί κάθε φορά και πόσο τακτικά θα γίνει η άρδευση εξαρτάται από τη μηχανική σύσταση του εδάφους. Σε ελαφρά ή αμμώδη εδάφη οι αρδεύσεις είναι πιο συχνές ενώ σε συνεκτικότερα εδάφη πιο αραιές. 

Η ποσότητα του νερού που χρειάζεται ένας οπωρώνας ανά έτος κυμαίνεται, πέρα από τη βροχόπτωση, μεταξύ 300 και 500μ3/στρέμμα. Μέθοδοι άρδευσης: Υπάρχουν πολλοί τρόποι άρδευσης όπως και για τα άλλα οπωροφόρα. Αυτό που έχει σημασία είναι να εφαρμόζεται εκείνη η μέθοδος που δεν επιτρέπει σπατάλη ύδατος, όπως τεχνητή βροχή, άρδευση με σταγόνες κ.λπ..

Η λίπανση των εσπεριδοειδών είναι επιβεβλημένη εργασία διότι είναι πολύ παραγωγικά δένδρα και δέχονται πολλές αρδεύσεις με αποτέλεσμα την έκπλυση των εδαφών. Έτσι, επιβάλλεται η λίπανση ιδιαίτερα με αζωτούχα λιπάσματα να είναι δυνατή (15.0-20.0 μονάδες Αζώτου/στρέμμα) και να γίνεται περισσότερες από μια φορές. Τα καλιούχα και φωσφορούχα λιπάσματα μπορούν να χορηγούνται μια φορά (φθινόπωρο ή χειμώνα), σε μισή ποσότητα από ότι τα αζωτούχα, σε ελαφρά εδάφη ή ανά διετία ή και τριετία σε πιο βαριά εδάφη. Στα εσπεριδοειδή, συχνά παρατηρούνται τροφοπενίες σίδηρου, ψευδαργύρου, μαγνησίου, μαγγανίου, βορίου καθώς και άλλων ιχνοστοιχείων που προκαλούν χλώρωση των φύλλων, κορυφοξήρα και άλλα συμπτώματα τα οποία επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση και την ανάπτυξη των δέντρων. 

Ο πλεονασμός ορισμένων στοιχείων, που συνήθως προκαλείται από υπερβολική λίπανση με κάλι και φωσφόρο, μπορεί να εντείνει το πρόβλημα των τροφοπενιών. Γι’ αυτό καλό είναι να γίνεται ανάλυση εδάφους και φύλλων πριν εφαρμοστούν λιπάνσεις με τα βασικά στοιχεία καλίου και φωσφόρου. Για τη διόρθωση όλων των τροφοπενιών, απαιτείται η εφαρμογή χημικών ενώσεων, που περιέχουν το αντίστοιχο ανόργανο στοιχείο, είτε στο έδαφος ή μέσω ψεκασμού στο φύλλωμα.
 

Ωρίμανση – Συγκομιδή - Συντήρηση


Οι καρποί θεωρούνται ώριμοι όταν φτάσουν σε στάδιο ανάπτυξης όπου τρώγονται με ευχαρίστηση. Οι καρποί όμως των εσπεριδοειδών εξαιρούνται του συγκεκριμένου κανόνα. Τα λεμόνια ωριμάζουν επίσης πολύ αργά και η συγκομιδή τους μπορεί να συμβεί μέσα σε μια μεγάλη περίοδο.  


Εχθροί και ασθένειες


Μεσογειακή μύγα:
Αποτελεί έναν πολύ σοβαρό εχθρό για πολλές καλλιέργειες φρούτων. Η μόλυνση ξεκινάει με την έναρξη της ωρίμανσης των φρούτων και συνεχίζεται ενώ υπάρχουν ώριμα φρούτα. Για την αντιμετώπισή της συστήνεται η χρήση πιο ανθεκτικών ποικιλιών, οι δολωματικοί ψεκασμοί, καθώς και η μαζική παγίδευση. 

Χρησιμοποιώντας παγίδες μπορούμε να παρακολουθούμε τον αριθμό των εντόμων και να τα καταπολεμήσουμε. Για τη μείωση του πληθυσμού του εντόμου σημαντικό ρόλο έχει η τακτική της συγκομιδής και καταστροφής/απομάκρυνσης όλων των προσβεβλημένων με το έντομο φρούτων, είτε είναι εσπεριδοειδή είτε άλλα είδη, αν υπάρχουν στον οπωρώνα (π.χ. σύκα, χρυσόμηλα, ρόδια).


Αφίδες εσπεριδοειδών
Οι αφίδες είναι έντομα που προσβάλλουν πολλές καλλιέργειες, συμπεριλαμβανομένων και των εσπεριδοειδών. Προτιμούν την κάτω επιφάνεια φρέσκων φύλλων, από τα οποία απορροφούν τους φυτικούς χυμούς προκαλώντας το γνωστό "καρούλιασμα" των φύλλων. Επίσης, προσβάλλουν και τα  άνθη, προκαλώντας την πτώση τους. Αυτοί οι εχθροί εκκρίνουν μελιτώδεις ουσίες πάνω στις οποίες αναπτύσσεται ο μύκητας της καπνιάς.

Εκτός των παραπάνω, ορισμένες αφίδες είναι και φορείς της ίωσης της Τριστέτσας. Για την αντιμετώπιση των αφίδων μπορεί να ελευθερωθούν φυσικοί τους εχθροί, όπως το αρπαχτικό Harmonia axyridis. Επίσης, μπορούν να γίνουν ψεκασμοί με άλατα καλίου είτε με εκχύλισμα τσουκνίδας, είτε με τη δραστική ουσία.


Φυλλοκνίστης
Ο εχθρός αυτός (Phyllocnistis citrella) προσβάλλει τα νεαρά φύλλα, τα νεαρά φρούτα και τους νεαρούς βλαστούς, όπου και ωοτοκεί. Οι προνύμφες τρέφονται από τους ιστούς δημιουργώντας στοές που έχουν αργυρόχρωμη όψη και τα φύλλα "καρουλιάζουν". Ο φυλλοκνίστης αποτελεί πρόβλημα κυρίως σε νεαρά δέντρα.

Για να αντιμετωπιστεί θα πρέπει να γίνεται άρδευση νωρίς την άνοιξη για να δημιουργηθεί νέα βλάστηση πριν αναπτυχθούν αυξημένοι αριθμοί εντόμων. Επίσης, μπορεί να γίνει εισαγωγή ωφέλιμων εντόμων. Ακόμη, πρέπει να αφαιρούνται οι λαίμαργοι βλαστοί. Επίσης, βοηθάνε και οι ψεκασμοί με τη δραστική ουσία.


Θρίπες εσπεριδοειδών
Είναι έντομα που τρέφονται με υγρά από τα φυτά. Έχουν προτίμηση στους νεαρούς φυτικούς ιστούς, τα πρωτοεμφανιζόμενα φύλλα. Επίσης, στους καρπούς η προσβολή ξεκινά από τους μικρούς καρπούς, αμέσως μετά την καρπόδεση. 

Τα συμπτώματα εμφανίζονται ως αποφέλλωση υπό μορφή δακτυλίου, που μειώνει την εμπορικότητα του καρπού και εμποδίζει τη φωτοσύνθεση των φύλλων. Για τη μείωση της ζημιάς, οι ψεκασμοί με βρέξιμο θειάφι ή εκχύλισμα τσουκνίδας μετά την πτώση των πετάλων βοηθάει.


Ψευδόκοκκος εσπεριδοειδών
Προκαλεί σημαντικές ζημιές στα εσπεριδοειδή και σε άλλες καλλιέργειες. Τα έντομα απορροφούν το χυμό του φυτού, περιορίζοντας έτσι τη ζωτικότητα του δέντρου και εκκρίνουν μελίτωμα μειώνοντας την εμπορικότητα του καρπού λόγω της βαμβακώδους εμφάνισης και της ανάπτυξης της καπνιάς, ενώ προκαλείται και καρπόπτωση.

Για να αντιμετωπιστεί θα πρέπει να γίνεται συστηματικό κλάδεμα, ψεκασμοί με θερινό λάδι κατά την εκκόλαψη του εντόμου, καθώς και ψεκασμοί με τη δραστική ουσία.

 


Κόκκινη ψώρα (Red scale)


Μυτηλόμορφη ψώρα


Ισέρια 


Εριώδης αλευρώδης


Νηματώδης εσπεριδοειδών
Προσβάλλει τις ρίζες των δέντρων και μειώνει την απόδοσή τους, ενώ δημιουργεί προβλήματα και στην επαναφύτευση. Τα συμπτώματα είναι η απώλεια της ζωτικότητας, ο μαρασμός των μικρών κλαδιών, η μείωση της ανάπτυξης και ο περιορισμός του μεγέθους του καρπού, αλλά και της παραγωγής.

Τα δέντρα που έχουν προσβληθεί δεν ανταποκρίνονται στη λίπανση. Οι ρίζες δεν αναπτύσσονται ικανοποιητικά και το χρώμα τους αλλάζει και φαίνονται σαν λερωμένες. Τα σημεία που έχουν μολυνθεί αποτελούν σημεία εισόδου και για άλλα παθογόνα. Για να αντιμετωπιστούν, βοηθάει η οργανική λίπανση από φυτικούς ή ζωικούς οργανισμούς, η αποφυγή μεταφοράς μολύσματος και να γίνονται σωστές καλλιεργητικές φροντίδες (λίπανση, κλάδεμα).

Κόκκινο άκαρι 

Άκαρι των οφθαλμών

Σκωριώδης αράχνη

Ανθοτρήτης


Κύριες ασθένειες των εσπεριδοειδών



Κορυφοξήρα εσπεριδοειδών
Ο μύκητας Deuterophoma tracheiphila, που προκαλεί την ασθένεια αυτή, προσβάλλει κυρίως τις λεμονιές. Τα συμπτώματα είναι συνήθως απότομος μαρασμός και ξήρανση των ακραίων βλαστών. Τα φύλλα ξηραίνονται και παραμένουν στο δέντρο για μικρό χρονικό διάστημα. 

Το ξύλο των δέντρων που έχουν μολυνθεί παρουσιάζει καφέ μεταχρωματισμό και μέσα σε 2-3 χρόνια ξεραίνονται. Για να αντιμετωπιστεί η συγκεκριμένη ασθένεια πρέπει τα προσβεβλημένα τμήματα των δέντρων να κλαδεύονται και να καίγονται. Μετά το κλάδεμα ή μετά από ζημιές από παγετό ή χαλάζι, πρέπει να γίνονται ψεκασμοί με χαλκό για τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας.

Επίσης, πρέπει να γίνεται έγκαιρη αντιμετώπιση των ζιζανίων στον οπωρώνα. 

Κατά την εγκατάσταση φυτειών σε περιοχές που υπάρχει το παθογόνο, συστήνεται χρησιμοποίηση ανθεκτικών υποκειμένων, όπως το Troyer citrange, το C-32 και το C-35 citrange κ.ά.

Κομμίωση του λαιμού των εσπεριδοειδών
Η ασθένεια αυτή προκαλείται, κυρίως από μύκητες του γένους Phytophthora. Τα συμπτώματα εμφανίζονται, συνήθως στο λαιμό των δέντρων σαν βρεγμένη περιοχή και επεκτείνονται προς τις ρίζες και τον υπόλοιπο κορμό. Επίσης, ο φλοιός σχίζεται και εκκρίνεται κόμμι (πίσσα). 

Τα δέντρα που έχουν μολυνθεί είναι καχεκτικά, παρουσιάζουν φυλλόπτωση και στο τέλος ξηραίνονται. Τα συμπτώματα που οφείλονται σε προβλήματα κυκλοφορίας των χυμών περιλαμβάνουν κίτρινες νευρώσεις στα φύλλα, μικροφυλλία, μικροκαρπία και μειωμένη βλάστηση.

Για να αντιμετωπιστεί η ασθένεια συνίσταται χρήση ανθεκτικών υποκειμένων, όπως η κιτρομηλιά. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες όμως, υπάρχει περίπτωση να προσβληθούν και τα ίδια. Επίσης, οι εμβολιασμοί πρέπει να γίνονται σε ύψος 40-50 εκ. από το έδαφος και να αποφεύγεται το βρέξιμο των κορμών κατά την ώρα του ποτίσματος. Οι κορμοί των προσβεβλημένων δέντρων πρέπει να αλείφονται με χαλκό για να περιοριστεί η εξάπλωση του μύκητα.

Ξηρή σηψιρριζία των εσπεριδοειδών
Προκαλείται από μύκητες του γένους Fusarium και τα συμπτώματα της παρουσιάζονται σαν ημιπληγία (ξήρανση μέρους του δέντρου) ή αποπληξία (ξήρανση όλου του δέντρου). Για να αντιμετωπιστεί είναι αναγκαίο τα τμήματα των δέντρων που έχουν προσβληθεί να κλαδεύονται και να καίγονται, ενώ αντίστοιχα η αντιμετώπιση των ζιζανίων πρέπει να γίνεται επίσης έγκαιρα.

Θα πρέπει να γίνεται χρήση ανθεκτικών υποκειμένων (πχ. Troyer Citrange) όταν η εγκατάσταση φυτειών γίνεται σε περιοχές όπου υπάρχει το παθογόνο. Επίσης, θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή μεταφοράς μολύσματος με γεωργικά μηχανήματα και εργαλεία. Ως μέτρο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος εξετάζεται και η χρήση ανταγωνιστών των παθογόνων, όπως για παράδειγμα μύκητες του γένους Trichoderma ή βακτηρίων, όπως Bacillus subtilis, ή μυκορριζών.

Καπνιά των εσπεριδοειδών
Προκαλείται από το μύκητα Capnodium oleae και τα συμπτώματα της εμφανίζονται σε φύλλα, βλαστούς και καρπούς ως μαύρο στρώμα καπνιάς. Η ασθένεια αναπτύσσεται σε μελιτώδη εκκρίματα εντόμων, όπως αφίδες ή διάφορα κοκκοειδή. Η εξάπλωση της καπνιάς σταματά με την αντιμετώπιση των εντόμων. Επίσης, οι ψεκασμοί με χαλκό συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της ασθένειας και του μύκητα.

Αλτερναρίωση των εσπεριδοειδών

Ανθράκωση των εσπεριδοειδών
H ανθράκωση αποτελεί την πιο κοινή ασθένεια των εσπεριδοειδών σε παγκόσμιο επίπεδο. Προσβάλλει κυρίως δέντρα απεριποίητα κι εξασθενημένα από δυσμενείς εδαφοκλιματικές συνθήκες ή εμφανίζεται δευτερογενώς σε δέντρα προσβεβλημένα από κορυφοξήρα.

Ο μύκητας έχει διάφορες μορφές και στελέχη, για τα οποία έχουν αναφερθεί ότι προσβάλλουν και τους καρπούς των μηλοειδών και η ασθένεια είναι γνωστή ως πικρή σήψη (bitter rot). Τα συμπτώματα στους βλαστούς και τα κλαδιά μοιάζουν με της κορυφοξήρας και τελικά μπορεί να προκληθεί στα δέντρα ολική ξηρασία. Αυτή είναι η πιο σοβαρή μορφή της ασθένειας και ονομάζεται "ξήρανση κορυφών". Τα φύλλα παραμένουν νεκρά πάνω στο δέντρο όταν η αποξήρανση είναι απότομη. Στο περιθώριο μεταξύ υγιών και προσβεβλημένων ιστών είναι δυνατό να παρατηρηθεί έκκριση κόμμης, ενώ πάνω στους νεκρούς ιστούς σχηματίζονται μικρά μαύρα στίγματα που είναι οι καρποφορίες του παθογόνου. Στα προσβεβλημένα φύλλα εμφανίζονται σκούρες νεκρωτικές κηλίδες που έχουν ένα κόκκινο περιθώριο.

Για την αντιμετώπιση της ανθράκωσης θα πρέπει τα δέντρα να διατηρούνται σε καλή θρεπτική κατάσταση, να γίνεται αφαίρεση και κάψιμο των ξηρών κλαδιών, να αποφεύγεται η δημιουργία πληγών και τέλος να εκτελούνται προστατευτικοί ψεκασμοί με χαλκούχα σκευάσματα ή με βιολογικά σκευάσματα.

Τριστέτσα των εσπεριδοειδών

 

Βιβλιογραφία:
Βασιλακάκης, Μ., 2016. Γενική και Ειδική Δενδροκομία. Εκδόσεις Άγι – Σάββα Δ. Γαρταγάνη, Θεσσαλονίκη, Έλλας. E.U.